Κείμενα



Σε αυτή τη φιλότεχνη ενότητα θα αναρτώνται κείμενα, αποσπάσματα ή πλήρη, αποφθεγματικά ή πιο εκτενή, λογοτεχνικά και όχι, που θεωρούμε ότι έχουν κάποιο ενδιαφέρον και συνάδουν με το πνεύμα και την αισθητική του «Φεγγίτη».

Αν και δεν υπάρχει περιορισμός σε ό,τι αφορά στη θεματική τους, οι δύο βασικοί άξονες είναι: Τέχνη και Σκέψη –
και πάντως θα βρίσκονται πάντοτε εκτός επικαιρότητας.

Καλές αναγνώσεις!


"The unread story is not a story..."

Ursula K. Le Guin


Vincent Van Gogh, «Wheatfield with Crows», 1890
Vincent Van Gogh, «Wheatfield with Crows», 1890

[Ο ΠΑΝΟΣ Ο ΚΛΑΡΑΣ]


Στην πατρίδα μου πολύ τους μολογάνε τους ανθρώπους που παλαίψαν με το Χάρο. Έτσι ακούστηκεν η γενιά του Κλάρα. Αυτό το σπίτι έχει ξεκληριστεί, μα οι άνθρωποί του πέθαναν παλεύοντας. Όταν ήρθε η ώρα τους εκούρασαν το Χάρο. Δεν ήθελαν να πεθάνουν. Κι έγιναν σχεδόν παραμύθι - τόσο πολύ τους μολογάνε στο χωριό. Τη ζωή εκεί την έχουν για πόλεμο, κι εκείνος που πεθαίνει δύσκολα φαίνεται πολεμιστής. Οι γέροι φτάνουν στα 70 ή στα 80 χρόνια, και μπήγουν αλέτρι στη γη. Και τη ζωή την αγαπούν τόσο οι χωριανοί, που οι ευχές βγαίνουν απ' τα χείλη των πύρινες, σαν τουφεκιά προς το θάνατο.

Ο Πάνος ο Κλάρας ήταν ένας απ' τους τελευταίους του σπιτιού που εξεριζώθη. Αυτός πέθαινε δυο μερόνυχτα. Κι έτυχε να είμαι κοντά και να τον βλέπω. Ήμουν τότε στο βουνό, σε μια στάνη, περνώντας το καλοκαίρι μόνος, μαζί με τους βλάχους. Ένα πρωί έφεραν εκεί τον Κλάρα και με ειδοποίησαν πως δεν φαίνεται για ζωή. Έκαμαν μια καλύβα δίπλα στη δική μου, και κάθησε μέσα ο Κλάρας με λίγα βιβλία. Στην εποχή που ήμουν ρομαντικός θα δεχόμουν ευχαρίστως τον άρρωστο · αλλά τώρα που πέρασαν εκείνες οι παλικαριές, άρχισεν ένας μικρός φόβος για τη συντροφιά. Ο άρρωστος όμως έτυχε να είναι τόσο λεπτός κι ευγενικός, που μ' έκαμε να ντρέπομαι για το φόβο, ως το σημείο που αποφάσισα να μη φύγω. ΚΙ εγίναμε σύντροφοι απάνω στο βουνό, ο γερός κι ο άρρωστος, δυο άνθρωποι που δεν βρίσκονται στον ίδιο κόσμο.

Ο Κλάρας ήταν υπάλληλος στην Αθήνα. Όταν αρρώστησε, θα ήταν ως 35 χρονών, κι εγώ παιδί απέναντί του. Δεν είδα πλέον γενναίον άρρωστο. Από την πρώτη στιγμή μου έκοψε κάθε απόπειρα ψευτοπαρηγοριάς. Μου έδειξε πως είν' αδύνατο να τον γελάσω. Ήξευρε καλά τι συμβαίνει κι ήρθε να πεθάνει στην πατρίδα του με όση ησυχία πέφτει κανείς να κοιμηθεί. Οι πατριώτες μου, όσοι βρίσκονται στα ξένα και πλουτίζουν, άμα αρρωστήσουν επικίνδυνα, γυρίζουν να πεθάνουν στην πατρίδα. Δεν έρχονται τόσο εκεί για το βουνό και τον αέρα, όσο για τη μητέρα γη. Έτσι, βλέπεις έναν άνθρωπο να γυρίζει στο χωριό μετά είκοσι χρόνια, αγνώριστος, αφέντης λαμπρός, με χρυσές καδένες, και να πεθάνει σε μια καλύβα, κάτω από τη στέγη που γεννήθηκε. Ο Κλάρας δεν επίστευε πολύ πως θα τον γιατρέψει το βουνό · τον έβλεπες όμως ήσυχον, από τη σκέψη πως θα πεθάνει στο καλύβι των πατέρων, στο ίδιο στρώμα που έσβησαν κι οι άλλοι δικοί του, από την ίδιαν αρρώστια. Ήταν ένας λεπτός, ψηλός και ξανθός. Τόσο κατόρθωνε να κρύβει το βάσανό του, ώστε έβλεπες πως η υπομονή του είναι πιο δυνατή από την αρρώστια.

Ήταν από τους ανθρώπους που κρύβουν την αρρώστια και τη ζωγραφίζουν μαζί με το είδος των, την βιάζουν να γίνει κρυφός και ωραίος μαρασμός, σαν εκείνον που έχουν τα δέντρα. Από τη στιγμή που βρεθήκαμε μαζί στο βουνό, μ' έκαμεν άφοβο. Γιατί μ' εφύλαγεν ο ίδιος απ' τον εαυτό μου. Κάποτε έκαμε λάθος κι έβαλε στα χείλη του τη δική μου πίπα. Ετρόμαξα μέσα μου · αλλ' αυτός, χωρίς να πει τίποτα, επήγε και την έσπασε σε μια πέτρα.

Ο πλέον γελαστός από τους δυο μας ήταν αυτός. Στον περίπατο διηγείτο ατέλειωτα παράξενα από τη φοιτητική του ζωή της Αθήνας. Ήταν κάτι μικρές ιστορίες, από ένα δωμάτιο φοιτητικό, από μια αυλή, από μια γειτονιά, αλλά εξαίσια παρατηρημένες και ψυχολογημένες. Κάθε μια ήταν ένας μικρόκοσμος καλά πλασμένος, και σχεδόν αυτές οι ιστορίες είχαν την επιμέλεια του συγγραφέως, γιατί κάθε πρόσωπο είχε τη θέση του και φαίνονταν όσο έπρεπε. Δεν είχα ποτέ μου ακούσει άνθρωπο να διηγείται με τέτοια τέχνη. Αλλά μήτε και άνθρωπο να πρόσεξε τόσο πολύ τη ζωή της Αθήνας, να είδε τόσο βαθιά. Από τις ιστορίες του Κλάρα αναπηδούσαν άξαφνα τόποι, που άνοιγες το πνεύμα να τους αγκαλιάσεις - τόσο παράδοξοι ήταν και τόσο αληθινοί. Οι άνθρωποι που ξέρουν να διηγούνται είναι σπάνιοι, κι επειδή η διήγηση είναι μια τέχνη, την κατέχουν άνθρωπου που πρόσεξαν πολύ στη ζωή. Αλήθεια · υπάρχουν κάτι μάτια ανθρώπων ερευνητικά, που από ένα παράθυρο βλέπουν ολόκληρη γειτονιά, όπως από μια τρύπα κλειδωνιάς, βλέπεις ολόκληρη πόλη. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν μαντικό, κι ένα κίνημά σου αρκεί να σε νιώσουν. Του Κλάρα οι ιστορίες είχαν πάντοτε ένα σαρκασμό. Έβλεπε παντού το αστείο και τόβγαζε στο φως. Σε ό,τι μου διηγήθη υπήρχαν τα πλέον παράδοξα, τα πλέον εύθυμα πράγματα - άνθρωποι σαν μεγάλες γελοιογραφίες που γίνονται στον τοίχο με το φως της λάμπας, και όμως η αλήθεια υπήρχε σε όλους και σε όλα. Δεν μπορούσα να εξηγήσω τόση ευθυμία σε άνθρωπο που αύριο θα πεθάνει. Όμως ο Κλάρας εξυπνούσε γελώντας και πλάγιαζε γελώντας. Ήταν και τούτο μια αντίσταση προς το θάνατο. Πολλές φορές, αφού, έπειτα από γέλια τρομαχτικά, επέφταμε να κοιμηθούμε, μου φώναζε απ' την καλύβα του (η καλύβα του ήταν δέκα βήματα μόλις απ' τη δική μακριά) :

- Άκουσε!

- Ακούω.

- Στο χορό της κυρ-Ψάθενας ήταν κι ένας δεκανέας, που χόρευε με το σπαθί. Έριξε κάτω δυο-τρεις.

Έπειτα την ώρα που νόμιζα πως είχε πλέον αποκοιμηθεί, εφώναζε άξαφνα:

- Έκαμε κομπλιμέντα, κι οι ντάμες του έλεγαν: «Τι λέτε, σας περικαλώ!»

Ποτέ του δεν τον επίκραιναν οι χαρές της ζωής. Απεναντίας ήθελε να τις βλέπει. Στο γάμο ενός νέου βλάχου της στάνης εχόρεψε πρώτος· αναγκάστηκεν όμως να σταματήσει γιατί τον έπιασε βήχας. Μετά λίγες μέρες εφώναξε το βλάχο μαζί μας, το ρωμαλέο φουστανελά με τα κόκκινα μάγουλα και τις πεταχτές άντζες. Τον ρωτούσε αν περνά καλά το μελίμηνα. Οι χωριανοί μου είναι τόσο εύθυμοι άνθρωποι, που δεν δυσκολεύονται να πάρουν στο αστείο την ευτυχία των, και ξέρουν όσοι πέρασαν από κει τι γίνεται και τι λέγεται στους γάμους, πόση ευθυμία χύνεται, αληθινά ανθρώπινη. Είπαν με τον γαμβρό πολλά. Ο βλάχος ήταν εύθυμος κι ο Κλάρας εφώναζε: «Να μου ζήσεις, γαμπρέ, να μου ζήσεις!» Ένα αστείο, κάπως λυπηρό, το έκαμε την άλλη φορά με τον Νταρή, ένα πελώριο γερο-βλάχο της στάνης, που, άμα φορούσε την καπότα του και ακουμπούσε στην αγκλίτσα του, δεν εφαινόταν άνθρωπος, αλλά λόφος - τόσον τόπον έπιανε. Ο γερο-Νταρής εκαθόταν ένα βράδι όξω απ' τη στάνη, όταν ο Κλάρας επήγε και τον έπεισε πως η γη κινείται περί τον ήλιον. Αυτή η συζήτησις εκράτησε τρεις ώρες. Ο Νταρής έκανε το σταυρό του, αλλ' επειδή ο Κλάρας του τα είπε πειστικά, με πολλά και δύσκολα λόγια, ο δυστυχισμένος τσοπάνος αναγκάστηκε να πει πως έτσι θα είναι, ύστερα από 65 χρόνια ζωής που έβλεπε τον ήλιο να γυρίζει και τη γη να στέκεται. Ο γέρος, με το σκουλήκι της επιστήμης μέσα του, επήγε στη στάνη κι έπεσε στο στρώμα, αλλά όλη τη νύχτα δε μπόρεσε να κοιμηθεί. Ο Κλάρας τον ελυπήθη, μα έκαμε και γέλια δυνατά.

Το άλλο βράδι επέσαμε να κοιμηθούμε νωρίς. Ο Κλάρας μου είπε πως δεν νιώθει τον εαυτό του καλά. Τα μεσάνυχτα άκουσα που τον έπιασεν ένας βήχας, πολύ δυνατός και βαθύς.

- Να πάει στην οργή! μου φώναξεν απ' την καλύβα του. Απόψε είμαι κρυωμένος.

Αδύνατο μου ήταν να κοιμηθώ, καθώς τον άκουγα να βήχει. Εσηκώθηκα να πάω στην καλύβα του, αλλά ένας φόβος με σταμάτησε. Ποτέ εις τη ζωή μου δεν μπορώ να βοηθήσω άρρωστο. Εγώ θέλω τη ζωή, και τη στιγμή που η ζωή κινδυνεύει, το πράγμα μου φαίνεται τόσο άθλιο, ώστε είμαι χαμένος, είμαι περιττός...Έπεσα πάλι στο κρεβάτι μου, αλλά προσπαθούσα ν' ακούσω μήπως ο Κλάρας με φωνάζει. Εκείνη την ώρα έξω στους κέδρους άκουσα ένα λάλημα - ήταν πουλιού; ήταν στοιχιού φωνή; τι ήταν αυτό;...Κάτι σαν χλιμίντρισμα αλόγου, σαν φωνή ανθρώπου που μιμείται ζώο, σαν αλύχτημα σκυλιού - αλλά τίποτε απ' αυτά όλα, τίποτα ωρισμένο, και όμως κάτι φοβερό και ανεξήγητο μέσα στο σκοτάδι. Η ερημιά έχει φωνές που γίγαντας να είσαι και τ' άρματά σου να είναι ανίκητα, θα τις τρομάξεις όσο κι αν είναι φωνές. Αχ! αυτή την αλλόκοτη φωνή δεν άκουσα ποτέ μου. Στην αρχή μου φάνηκε κάτι όχι σημαντικό · κι όπως δεν ήξερα τις φωνές των αγριμιών, υπέθεσα πως κάποιο αγρίμι θα περνά για τροφή. Αλλά όσο το λάλημα ακούγονταν, τόσο ο τρόμος μ' έπιανε στην καλύβα. Γιατί δε θα υπάρχει αγρίμι να φωνάζει έτσι ξωτικά. Η φωνή αντηχούσε μέσα στο σκοτάδι...Κι άξαφνα ακούω τον Κλάρα να μου φωνάζει απ' την καλύβα του, με μια φωνή που ήταν απελπισία, τρόμος και θρήνος:

- Έχεις ντουφέκι; Γρήγορα!

- Ναρθώ;

- Έχεις ντουφέκι σου λέω; Ντουφέκι!

- Τι να το κάμεις το ντουφέκι;

- Μωρέ, ντουφέκι έχεις; Αυτού είναι;

Πριν του απαντήσω επετάχθη και ήρθε γδυτός στην καλύβα μου. Άναψε σπίρτο κι έψαχνε τις γωνίες. Τέλος, εβρήκε το γκρα, γεμάτο - αυτά όλα σε πέντε δευτερόλεπτα -, χύμηξεν έξω κι άκουσα έναν πυροβολισμό...Έτρεξα κοντά του. Με ποιον επάλευε; Έξω ήταν σκοτάδι, ησυχία νυκτερινή, και μόνο το μανδρόσκυλο της στάνης, ακούγοντας το όπλο, αλύχτησε.

- Δεν το πέτυχα, μωρέ! είπεν ο Κλάρας. Δεν το πέτυχα!

- Ποιο;

- Αχ, και με ρωτάς ποιο; Δεν τ' ακούς; δεν το ξέρεις; Το χαροπούλι!

Εκείνη τη στιγμή, το απαίσιο λάλημα ακούστηκε πάλι απάνω από τον κέδρο. Ήταν τρομερό. Δεν είχα δύναμη ούτε να μιλήσω ούτε να σταθώ. Ένας άνθρωπος, ο Κλάρας, πατώντας στα ξερόχορτα που έτριζαν, έψαχνε με το όπλο στα χέρια, κοιτάζοντας, το δένδρο, τριγυρίζοντας τον κορμό του. μια στιγμή θέλησε ν' ανέβει. Ερίχτηκε. Αλλά σαν το βρήκε δύσκολο, πήρε πάλι το όπλο και ήταν έτοιμος να ρίξει!

- Φυσέκι! είπε. Δεν έχεις άλλο;

- Δεν έχω.

- Α!

Άφηκε το όπλο κι άρχισε να πετροβολεί το δέντρο. Έριχνε πέτρες μεγάλες με ορμή ρωμαλέου ανθρώπου, ταράζοντας τους κλάδους του κέδρου.

Το φρικτό λάλημα ακούστηκε άλλη μια, την τελευταία φορά.

- Ακόμα δω είναι! είπεν εκείνος. Ακόμα δω!

Κι άρχισε πλέον ένα πετροβόλημα δυνατό, λυσσασμένο, σέρνοντας τα δάχτυλά του κάτω στη γη, ψάχνοντας στο σκοτάδι για πέτρες. Όσο που, στο τέλος, μου είπε:

- Έλα πάρε με · δε μπορώ...

Έτρεξα και τον εβάσταξα. Τον πήγα στην καλύβα. Να μιλήσω καλά, έπειτα απ' ό,τι άκουσα και είδα, δεν ήταν βέβαια δυνατό. Στα χέρια μου τον έπιασεν ο βήχας. Κόντευε να πνιγεί. Τον πήγα στην καλύβα και ξαπλώθηκε. Από τη στάνη, δυο βλάχοι, που είχαν ξυπνήσει απ' το θόρυβο, έφτασαν εκεί. Μια γριά έφερε φως. Ο Κλάρας, καθώς ξαπλώθηκε, έβηξε δυο-τρεις φορές δυνατά κι έπειτα λύθηκαν τα μέλη του. Ο γέρος ο βλάχος έβαλε τ' αφτί του στην καρδιά του, τον κοίταξε καλά και μου είπε :

- Πεθαίνει, μωρέ παιδί...

Ο Κλάρας, κοιτάζοντας το βλάχο, είπε με αγωνία τη λέξη:

- Το χαροπούλι!

Η γριά πήρε το σκαμνί της καλύβας και κάθησε δίπλα στον ετοιμοθάνατο. Εστάθηκα μπροστά του και με κοίταζε αλλά δεν με γνώρισε. Τα μάτια του άνοιγαν πολύ κι έβλεπαν ποιος ξέρει ποιους ξένους, ποιους παράδοξους ξένους του άλλου κόσμου, που έμπαιναν στην καλύβα να τον πάρουν.

- Τι θα κάνουμε; μου είπεν ο βλάχος, ο γερο-Νταρής. Να μηνύσουμε στο χωριό ναρθούν...Πάμε όξω.

Όταν βγήκαμε, διηγήθηκα στο γέροντα όλα όσα έγινα.

- Αν λάλησε το έρμο, αν λάλησε το χαροπούλι, είπεν ο γέροντας, δεν έχει ζωή ο άνθρωπος. Την άλλη φορά λάλησε στο παιδί μου, τέτοια ώρα. Εδώ κι είκοσι χρόνια τ' άκουσα στη μάνα μου. Δυο φορές που τ' άκουσα, μου πέθαναν δυο δικοί μου.

Ο γέρος επήγε στη στάνη, πήρε το σιλάχι του, την αγκλίτσα του και τράβηξε για το χωριό, να πάει το μήνυμα στους Κλαραίους.

Έμεινα μονάχος. Στον ετοιμοθάνατο ήταν αδύνατο να ζυγώσω πλέον, αδύνατο να ιδώ τον εύθυμο και το σαρκαστή να πεθαίνει σε μια καλύβα, μέσα στην οποίαν εκάπνιζεν το φως. Η γριά είχε τη θέση της εκεί, αυτό το παλιό πετσί με τα λευκά μαλλιά, που ποιος ξέρει πόσων ανθρώπων είδε τις τελευταίες στιγμές, η γριά, αυτό το ιερό ασυγκίνητο πρόσωπο, που εκτελεί τα έργα του θανάτου, με όση ηρεμία γνέθει.

Εμπήκα στην καλύβα μου, άναψα φως κι έμεινα άγρυπνος, καπνίζοντας, διαβάζοντας παλιόχαρτα, τα οποία μόνο τη στιγμή εκείνη μπορούσαν να έχουν εξαιρετική σημασία και να διαβασθούν.

Επέρασε μια ώρα και πήγα στην πόρτα της καλύβας του Κλάρα. Ζει ή έσβησε; Εκοίταξα μέσα. Ήταν όπως πρώτα ξαπλωμένος. Τα μάτια του ανοιχτά κι εκινούντο. Εζούσε. Η γριά είχε την ίδια θέση στο σκαμνί, αλλά δεν έμενε χωρίς δουλειά. Είχε τη ρόκα της κι έγνεθε κάτασπρο μαλλί. Εκείνο το τύλιγμα της κλωστής στο αδράχτι, η ζωή που εξακολουθεί τη δουλειά της δίπλα στο θάνατο...

Τέλος, της έκαμα, ναρθεί να την ιδώ, γιατί να μπω μέσα ήταν αδύνατο.

- Πώς πάει;

- Τα ίδια. Ούτε ζει ούτε πεθαίνει...

Την απάντηση αυτή μου την έδωκεν άλλες πέντε φορές ως το πρωί, που τη ρώτησα.

Στις δέκα η ώρα το πρωί, ήρθαν οι άλλοι απ' το χωριό, συγγενείς του Κλάρα, δυο χωριανοί του κι ο γέροντας ο βλάχος να τον πάρουν. «Ε, ορέ έρημη μάνα!» είπεν ένας απ' αυτούς και μπήκε μέσα.

Το φορείο ήταν έτοιμο, καμωμένο απ' τους βλάχους. Τον έβαλαν απάνω, με τα μάτια ανοιχτά. Κάθησαν μισή ώρα, ήπιαν ένα τσίπουρο, ξαπόστασαν και τον πήραν.

Ακολούθησα αυτή τη συνοδεία.

Ένα τέταρτο της ώρας ύστερα, καθώς τον πήγαιναν τον κατήφορο, ένιωσαν πως ο Κλάρας ήταν πεθαμένος.

Τον άφησαν κάτω. Ένας του 'κλεισε τα μάτια, έκλαψε, σφόγγισε τα μάτια με το μανίκι του, τον ξαναπήραν κι εξακολούθησαν το δρόμο.

Ήταν μεσημέρι όταν είχαμε φτάσει κάτω στο ρέμα. Εκεί τον άφησαν και κάθησαν στις πέτρες να ξεκουραστούν.

Το νερό έτρεχε, φώναζε δυνατά, έφευγε τον κατήφορο προς τον ποταμό. Από κάπου αντιλαλούσε κόπανος και γέλια γυναικών που έπλεναν. Ο αέρας ήταν αρωματισμένος και χαϊδευτικός. Οι πλάτανοι άπλωναν ίσκιους, έδεναν τη γη με ρίζες που βυθίζονταν εδώ κι έβγαιναν εκεί, σα να ήθελαν να κρατηθούν από τη γη εις αιώνες αιώνων. Δέντρα, χαμόδεντρα και χόρτα κατέβαιναν στο ρέμα, σαν να ήθελαν να πιουν. Ένας κότσυφας εσφύριζε, χαράς και αγαλλιάσεως σφύριγμα. Πουλάκια περνούσαν αιφνίδια, έλεγαν ένα «τρ» στον αέρα, κι εγίνοντο άφαντα - στιγμές με φτερά. Κλάδοι, που έδωσαν τα χέρια από τη μιαν όχθη στην άλλη, άφηναν να περνά το νερό κάτω από πράσινη πύλη. Νεροκότσυφοι χτυπούσαν τα φτερά των στο νερό, ελούζονταν, έλαμπαν. Φυλλώματα επύκνωναν, άδυτα σκοτεινά, ιερά, που εκτός από νεράιδα δεν τ' άγγιξε κανείς. Οι κλάδοι έγερναν κάτω κι εκρέμονταν λυγερά στεφάνια για πανηγύρι...Αχ, εσύ, αναθεματισμένη ζωή!

Οι τέσσερις χωρικοί κάπνιζαν χοντρά τσιγάρα σε γλυκό καλαμποκόφυλλο - όταν, έξαφνα, ένας εφώναξε:

- Βρε, χριστιανοί, τ' είν' τούτο; Ανοίγει τα μάτια του!

Ναι, ο πεθαμένος είχεν ανοίξει τα μάτια του και μας κοίταζεν ώρα πολλή. Ήταν λοιπόν ζωντανός! Εκοιταχτήκαμε φοβισμένοι. Ο Κλάρας έστριψε τα μάτια του. Η ζωή του εγύριζε. Η ζωή του ήθελε να πιαστεί από τις ρίζες των δέντρων, ν' ανατριχιάσει μαζί με τις λεύκες, να κυνηγήσει τον κότσυφα που χτυπούσε τις φτερούγες του στα νερά. Φανερό ήταν πως όλα τα ένιωθε γύρω του κι όλα τα ποθούσε. Το σώμα του άρχισε πλέον να είναι πτώμα, κι όμως μες στο πτώμα έμενε κάποια αίσθηση - η αίσθηση του ανθρώπου που φεύγει τελευταία από τη γη, που είναι δύσκολο να πεθάνει, που λέγεται αγάπη, χαρά, ποιος ξέρει;

Ο τσοπάνος που τον έκλαιγε πρωτύτερα, τον επλησίασε και τον κοίταξε κατάματα. Ο Κλάρας όχι μόνον τον εγνώρισε, μα θυμήθη και το παρατσούκλι του. Κι άξαφνα, ακούμε να του λέει:

- Δώσε μου ένα τσιγάρο Μπιτχαβά!

Εκείνος είπε πως δεν έχει. Ο Κλάρας ξαναζήτησε μ' επιμονή:

- Δώστε μου τσιγάρο, θέλω τσιγάρο!

Ο τσοπάνος, βλέποντας πως έχει να κάνει με ζωντανό άνθρωπο, έχωσε τα χέρια του στο σιλάχι κι έστριψε χοντρόν καπνό μέσα σε γλυκό καλαμποκόφυλλο. Του 'βαλε το τσιγάρο στο στόμα και του το κράτησε. Εκείνος, ξαπλωμένος καθώς ήταν, το κάπνιζε με τόση λαιμαργία, τόσο χαμογελούσε, ρουφώντας τον καπνό και χύνοντας ένα αλαφρό αδύνατο συνεφάκι προς τον ουρανό, που δεν ηξεύραμε τι να πούμε. Εβλέπαμε πως κι ένα τσιγάρο μπορεί να είναι η τελευταία θέληση, η τελευταία ευτυχία ενός ανθρώπου στον κόσμο. Ο μισοπεθαμένος το κάπνιζε τόσο ζωντανά!

- Μη με παίρνετε από δω..., είπε.

Αλλά σε λίγη ώρα έκλεισε πάλι τα μάτια του...Εναρκώθηκε, ήταν ακίνητος.

Καθώς είδαμε πως δεν πέθανε ακόμα, τον σηκώσαμε στον ώμο και τραβήξαμε προς το χωριό. Εφτάσαμε στις δύο ώρες το απόγεμα.

Η μάνα έπεσεν απάνω στον τελευταίο της γενιάς και τον έκλαψε μια από κείνες τις τρομερές φωνές που ρωτούν τον ουρανό.

Ήλθε ο γιατρός κι είπε πως είναι πεθαμένος. Ήταν, αλήθεια, κάτι περισσότερο παρά νεκρός.

Τον έβαλαν στο σπίτι του, κάτου στο πάτωμα που ήταν από χώμα. Σκύβοντας από την πόρτα της καλύβας έμπαιναν ένας-ένας οι χωριανοί, οι πελώριοι γέροι, οι τσοπάνοι, οι γριές, τα κορίτσια.

Μα όταν πλησίαζεν η ώρα να τον πάρουν και να τον θάψουν, άνοιξε τα μάτια και είπε:

- Μάνα ! Ένα ποτήρι ρακί!...

Η φωνή έκαμεν όλους εκειμέσα να σταυροκοπηθούν. Εκοίταζεν ο ένας τον άλλον. Ήταν απίστευτο. Και όμως ήταν αληθινό. Ο Κλάρας δεν είχε πεθάνει.

- Παλικάρι μου, εδώ είσαι! είπεν η μάνα κλαίοντας. Τώρα να φέρω ρακί!... Κι έτρεξε προς το ντουλάπι...

Ο Κλάρας εστριφογύρισε τα μάτια κι έβλεπε τους χωριανούς. Εχαμογέλασε. Κοίταξεν έπειτα τον παπά, με την κάτασπρη πολύμαλλη κεφαλή.

- Δεν είναι ώρα, δέσποτά μου...,είπε. Κι έκλεισε τα μάτια του.

Ήρθε το βράδυ, αλλά δεν πέθανε ούτε το βράδυ. Πέρασε η νύχτα, μα δεν πέθανε ούτε τη νύχτα...Κατά τα χαράματα άνοιξε τα μάτια του και ζήτησε να φάγει. Ήθελε πίττα! Η μάνα σηκώθηκε, άναψε φωτιά. Κι όμως ο Κλάρας ήταν τρεις φορές πτώμα - χάλασμα σωστό.

Το πρωί έφεξε μέσα στο σπίτι · το λυχνάρι έσβησε. Ο Κλάρας έλεγεν αστεία, για τα πουλιά που χαιρετούσαν το φως μέσα στο κλουβί.

- Να τον πάρουμε να τον πάμε στα Κανάλια.

- Τα Κανάλια είναι μέρος που βγαίνει ένα ποτάμι. Άμα είσαι άρρωστος και πιεις από κείνο το νερό, ή πεθαίνεις στη στιγμή ή γένεσαι καλά.

Τον σήκωσαν, πήραν στον ώμο το φορείο, και τον πήγαν στα Κανάλια.

Ο Κλάρας δεν ήπιε νερό. Είπε:

- Έχετε γεια!

Και μόνον τότε πέθανε. Τότε που το θέλησε.




*Ζαχαρίας Παπαντωνίου






Gerald Scarfe, from «Τhe Wall», Pink Floyd
Gerald Scarfe, from «Τhe Wall», Pink Floyd

[Γιατί αυτή ήταν η συμφωνία...]


Δεν μαρτύρησα ποτέ τον ένοχο, ενώ τον είχα δει να μπήγει το σπασμένο ξυραφάκι σε μια χαραμάδα του θρανίου, να λυγίζει τη λεπτή λάμα και να την αφήνει απότομα, παλλόμενη, πλημμυρίζοντας την τάξη με νότες σχεδόν αρμονικές, την ώρα που ο μαθηματικός έχοντάς μας γυρισμένη την πλάτη, απόδειχνε, γράφοντας στον πίνακα, ότι η εξίσωση ισούται με το μηδέν. Ο ένοχος δεν ομολογούσε, ακόμα κι όταν ο καθηγητής με έβγαζε από την τάξη, γιατί αυτή ήταν η συμφωνία όλων μας, να μην παίξουμε το παιχνίδι των καθηγητών, μα να τους αφήσουμε να το 'χουν βάρος στη συνείδησή τους πως τιμωρούν έναν αθώο πιθανότατα, κάποιον που διαλέξανε στην τύχη, μη μπορώντας να βρουν τον πραγματικό φταίχτη.



*Άρης Αλεξάνδρου, «Το κιβώτιο», εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1998.





Φώτης Κόντογλου
Φώτης Κόντογλου

[Ξέγνοιαστα νιάτα και κακά γεράματα]

Τον καιρό που γύριζα τον κόσμο, βρέθηκα μια φορά στη
Μαρσίλια, κ' επειδή μ' άρεζε αυτή η πολιτεία, κ' είχα και κάμποσους καλούς
φίλους εκεί πέρα, κάθισα ένα - δυο μήνες.

Έκανα παρέα με κάποιους Μαρσεγιέζους, που ήτανε όλοι τους
ανοιχτόκαρδοι και καλοί άνθρωποι, προ πάντων ένας ζωγράφος, Γιάννης Λασά τ'
όνομά του, από καλό σπίτι, κ' ένας άλλος Μποτρού, θαλασσινός, κ' οι δυο τους ως
εικοσιπέντε χρονώ, όσο ήμουνα κ' εγώ. Μα ήτανε και κάμποσοι Ρωμιοί, ο Νικόλας ο
Βαγής και ο Παναγής ο Γκαγκάνης, κι οι δυο πατριώτες μου, ο Νίκος ο Σαμιωτάκης
από τις Φώκιες και κάποιοι άλλοι.

Τη Μαρσίλια ήμουνα ξαναπηγαιμένος άλλες δυο φορές πρωτύτερα,
αλλά τούτη τη φορά έτυχε να κάνω γνωριμιά μ' ένα γέρικο σκυλόψαρο, έναν
θαλασσινό κοσμογυρισμένον, που καθότανε στην παλιά Μαρσίλια, στο μαχαλά του Σαν
Βικτόρ, κι από κείνον έμαθα όλα τα μυστήρια του Παλαιού Πόρτου.

Εγώ καθόμουνα κοντά στην πλατεία Καστελάν. Δυο μήνες που
κάθισα, πέρασε πολύ έμορφα. Τις περισσότερες φορές κοιμόμουνα τα ξημερώματα,
γιατί τη νύχτα καθόμαστε ως την αυγή σε καμιά ταβέρνα του λιμανιού, σε κανέναν
καφενέ της Καναμπιέρ ή στη ρου ντε Μελάν, με τα έμορφα τα δέντρα, που θαρρείς
πως είναι Παράδεισος το καλοκαίρι, όλο δροσιά κι ανοιχτή καρδιά κι αλεγρία.

Σαν τύχαινε να σηκωθώ πρωί, πήγαινα πότε στον ζωολογικό κήπο
κ' έβλεπα τα θεριά και τα άλλα ζώα, πότε στο μουσείο που 'ναι στον πύργο του
Μπορελί, πότε σε καμιά παλιά εκκλησιά, πότε το μουσείο που 'ναι μέσα στο παλάτι
του Λονσάν. Αυτό το μουσείο απόμεινε μέσα στην καρδιά μου, γιατί εκεί πέρα
βλέπεις ό,τι θαλασσινό υπάρχει στον κόσμο, από τα πιο μικρά κοχλίδια ως τα πιο
μεγάλα θεριόψαρα, και καταλαβαίνεις πως βρίσκεσαι στη Μαρσίλια, τη βασίλισσα
της θάλασσας.

Τις πιο πολλές φορές σεργιάνιζα μονάχος στο λιμάνι, μέσα στη
φασαρία. Κόσμος παρδαλός πηγαινοερχότανε, άλλος μ' ανασκουμπωμένα τα παντελόνια
του, άλλος μ' ένα κόκκινο μαντίλι στο κεφάλι, άλλος μεθυσμένος, άλλος
φορτωμένος ψάρια, άλλος χούγιαζε, άλλος χαχάνιζε, άλλος βλαστημούσε, άλλος
κυλούσε ένα βαρέλι, άλλος πουλούσε μύδια, άλλος τα τηγάνιζε, άλλος βαστούσε μια
μποτίλια στο χέρι του κ' έπινε κρασί σα νά 'τανε νερό και κουνιότανε ο χαλκός
από το σκουλαρίκι που 'χε στο 'να τ' αυτί του, όλοι τους ξυπόλητοι κ'
ηλιοκαμένοι, οι πιο πολλοί γελαζούμενοι, κόσμος κουρσάρικος. Μυρουδιές βαριές
από κατράμια, από πιπέρια και κανέλες, τηγανιά, ψαρίλα, ανθρωπίλα, αρμύρα, κι ο
ήλιος έβραζε από πάνω. Πολλοί τρώγανε μέσα στις ταβέρνες και τραγουδούσανε με
κάτι φωνές βραχνιασμένες, γυναίκες ξεστηθωμένες μπαινοβγαίνανε, ίδιες
γύφτισσες, με τα λουλούδια στ' αυτί, μ' ένα σωρό χάντρες στο λαιμό, σκουλαρίκια
και βραχιόλια, μ' ανασηκωμένα τα φουστάνια τους, με κάτι φρύδια σαν του κοράκου
το φτερό. Άντρες και γυναίκες φωνάζανε σαν ζουρλοί, με κείνα τα φραντσέζικα που
τα λένε σαν ιταλιάνικα. Πολλοί ναύτες μασούσανε καπνό και φτύνανε δω κι εκεί,
άλλος τραβούσε ταμπάκο, άλλος είχε μια μαϊμού καθισμένη απάνω στον ώμο του,
άλλος έναν παπαγάλο που έσκουζε πιο πολύ από τ' αφεντικό του. Χέρια και ποδάρια
μαλλιαρά, ψημένα από την άρμη, πιτσιλισμένα από την πίσσα, με κάτι δαχτυλιδάρες
περασμένες στα δάχτυλα κι από τα δυο χέρια, που ήτανε πλουμισμένα με λογιών -
λογιών ανάλια. Καράβια κρεμόντανε από το ταβάνι, γολέτες μ' ανοιχτά πανιά, κι
ορτσάρανε απάνου από τα κεφάλια όπτε φυσούσε ο αγέρας. Ουρές και φτερούγες από
θεριόψαρα ήτανε καρφωμένες από πάνω από τις πόρτες.

Μια μέρα, εκεί που περπατούσα, γύρισα να κοιτάξω έναν
καραβίσιον, που έστριβε τσιγάρο με το 'να χέρι, γιατί με τ' άλλο σήκωνε ένα
αγκουρέτο, κ' έπεσα απάνω σ' έναν άλλον βιαστικόν, που ερχότανε από τ' άλλο
μέρος. Αυτός μ' έσπρωξε θυμωμένος και σήκωσε το χέρι του να με χειροτονήσει˙
μα, σαν γύρισα κατά κείνον το μούτρο μου, με γνώρισε και μου λέγει γελαστά:

«Βρε πατριωτάκι, εσύ βρέθηκες να πέσεις απάνω μου, να με
ξενυχιάσεις;»

Κ' εγώ τον γνώρισα, μ' όλο που είχα να τον δω κάμποσα χρόνια,
από τον καιρό που πήγαινα στο σκολειό. Τον λέγανε Πέτρο, κ' ήτανε από τ'
Αϊβαλί, γυιός του Παναγή του Παγίδα, που τον λέγανε Στριγκάρο. Ο πατέρας του
ήτανε κοντραμπατζής, από τα πρώτα παλληκάρια τ' Αϊβαλιού, άνθρωπος άφοβος, αφού
κ' οι Τούρκοι τον λέγανε εφέ Παναγή.

Με πήρε και πήγαμε σε μια ταβέρνα, που ήτανε τραπεζωμένοι
πέντ' έξι ναυτικοί Ρωμιοί, που δουλεύανε στο ίδιο παπόρι με τον Πέτρο.

Είπαμε το 'να και τ' άλλο, όπως συνηθίζουνε οι ξενιτεμένοι.
Στο τέλος μου 'πε ο Πέτρος πως την άλλη μέρα θα φεύγανε για τη Σμύρνη,
φορτωμένοι ποτάσα. Να μην πολυλογούμε, την άλλη μέρα μπαρκάρισα μαζί τους κι
αφήσαμε υγεία στην ωραία Μαρσίλια.

Το παπόρι ήτανε μεγάλο, αλλά γέρικο και φορτωμένο ίσαμε τα
μπούνια.

Στο κανάλι της Μάλτας μας έπιασε μια φουρτούνα που είπαμε
«τετέλεσται»! Μέσα σε μιαν ώρα ο αγέρας σκύλιαξε και δεν μπορούσες να σταθείς
πουθενά˙ η θάλασσα από το θυμό της έβγαζε φίδια. Κατά το μεσημέρι μας ήρθε μια
νεροποντή με μπουμπουνητά και μ' αστροπελέκια, π' αχολογούσε το πέλαγο σα να
σκιζόντανε από πάνω από το καράβι τα σύννεφα, που είχανε κατεβεί χαμηλά ίσαμε
τ' άλμπουρα σαν πηχτός καπνός, πιο μαύρος από κείνον που 'βγαζε το φουγάρο. Τ'
αστροπελέκια κ' η βροχή βαστάξανε παραπάνω από μιαν ώρα και λέγαμε πως θα
ξεθυμάνει˙ μα, αντί να ξεθυμάνει, η φουρτούνα χειροτέρεψε. Κατά το βράδυ μας
μοιράσανε τα φελλά και τα βάλαμε το προσκεφάλι μας. Ο καπετάνιος πρόσταξε να
πετάξουνε όσα σακκιά μπορέσουνε, για ν' αλαφρώσει το παπόρι. Ώρα βασίλεμα, η
θάλασσα πήρε τη μια βάρκα. Σαν νύχτωσε, ξαναπιάσανε τ' αστροπελέκια κι άρχισε
να ρίχνει και χαλάζι. Η θάλασσα μάνιασε τόσο πολύ, που, μουράγιο να 'τανε, θα
το βούλιαζε, όχι καράβι. Εγώ καθόμουνα τρυπωμένος στο κάσαρο. Τον Πέτρο τον
είχαν χαμένον.

Εκεί που καθόμουνα, τον βλέπω για μια στιγμή μπροστά μου
βρεμένον και τρομαγμένον, κι έτρεχε κοντά μου και μου λέγει στ' αυτί, για να
τον ακούσω:

«Σε πήρα στο λαιμό μου!»

Και δεν τον ξαναείδα.

Όσο νύχτωνε, τόσο σκύλιαζε ο καιρός. Απ' το μούγκρισμα που
έκανε η θάλασσα κι από το τριζοβόλημα του παποριού κι από το αδιάκοπο
βροντολόγημα, ήμουνα σαν ψοφίμι. Ωστόσο δεν πίστευα πως θα πνιγούμε.

Πριν από τα μεσάνυχτα σύρθηκα με την κοιλιά και βγήκα από το
κάσαρο. Μονομιάς μ' άρπαξε ένας παγωμένος αγέρας και κουφάθηκα από το βουητό
που 'βγαζε το πέλαγο. Από σταβέντο οι μπουκαπόρτες ήτανε ξεπαρταλωμένες από τις
θάλασσες και μπαίνανε μέσα. Εγώ έπιασα έναν χαλκά και κάθισα πεσμένος
μπρούμυτος. Το θεόρατο καράβι μια ανέβαινε, μια κατέβαινε, σα να βούλιαζε στον
πάτο της θάλασσας, σίδερο βαρύ που χώνευε βουβά μέσα στο νερό μονομιάς, κι
άμπωχνε από τις μπάντες του τα νερά, που πηδούσανε θυμωμένα ίσαμε τέσσερα
μπόγια ψηλά. Κατάλαβα πως θαμπόφεγγε το φεγγάρι απάν' από το σύννεφα. Κάθε φορά
που κατέβαινε το παπόρι έβλεπα ολόγυρα το πέλαγο κατάμαυρο σαν πίσσα, έρημο,
σαν να μην ήτανε πια κόσμος, είτε στεριές, είτε πολιτείες, είτε ανθρώποι, είτε
Μαρσίλια. Έτρεμα! Το καράβι ήτανε και κείνο έρημο σαν νεκρόκασα, ψυχή ζωντανή
δεν έβλεπες, σαν αν πήγαινε μονάχο του μέσα στο χάος, κι αναστέναζε αμίλητο το
καημένο. Τ' άλμπουρα ανεβοκατεβαίνανε κάτ' από τα σύννεφα. Οι θάλασσες
γιουργιάρανε μελανιασμένες, η μία απάνω από την άλλη, χιλιάδες τόνοι νερό, κι
όποτε χώνευε το καράβι, τις έβλεπα από πάνω μου κ' έκανα τον σταυρό μου και,
για μια στιγμή, σκάζανε απάνω στη λαμαρίνα κ' οι αφροί γεμίζανε την κουβέρτα.
Στο βίντσι κρεμόντανε δυο βόδια σφαγμένα και γδαρμένα, ολόκορμα, δίχως κεφάλι,
με τα πισινά πόδια τους τεντωμένα κάτ' απάνω, και με το κούνημα του καραβιού,
κουνιόντανε και κείνα σαν ζωντανά, από δω και από κει. Τ' άλμπουρα, οι
σκαλιέρες, τα φουγάρα, τα βίντσια, οι μακαράδες, τα σκοινιά, όλα σφυρίζανε
θρηνητερά κι ώρες - ώρες, θαρρούσες πως μουγκρίζανε τα βόδια.

Κατά τις δυο τα ξημερώματα, λασκάρισε ο αγέρας και πήγα και
κοιμήθηκα, κ' έβλεπα στον ύπνο μου τα γδαρμένα κεφάλια των βοδιών, που
κρεμόντανε από πάνω μου και μουγκρίζανε.

Την άλλη μέρα καλοσύνεψε. Ίσαμε τη Σμύρνη ο καιρός ήτανε
χαρά Θεού.

Ο Πέτρος μου 'δειξε ένα γράμμα του πατέρα του, που έγραφε
ανάμεσα στ' άλλα:

«Αγαπητέ υιέ μου Πέτρο, απεφάσισα να βάλω το ράσο, να γίνω
μοναχός, ίσως και συγχωρηθούν αι αμαρτίαι μου. Θα πάγω εις το Όρος μαζί με τον
Σγουρήν τον καλόγεραν!»

Μου παράγγειλε να πω στον πατέρα του πως δεν είναι για
καλόγερος και να κάτσει στ' αυγά του, για να μην κολαστεί πιο πολύ. Μου 'δωσε
κ' ένα γράμμα και κάτι λεφτά να του δώσω.

Στις 14 τ' Αυγούστου, παραμονή της Παναγίας, έφταξα στην
πατρίδα μου. μόλις ήβγα στη στεριά, έστειλα το γράμμα μ' ένα παιδί στον
Στριγκάρο κ' ύστερα πήγα στο σπίτι μου.

Το βράδυ ήρθε ο Στριγκάρος και με καλωσόρισε και του είπα τα
του ταξιδιού μου και τι μου είπε ο γυιός του για την καλογερική. Ο μπάρμπα-
Παναγής κάθισε σκεφτικός, δάγκωσε το μουστάκι του και μου 'πε:

«Δίκιο έχει! Για το Όρος είμαστε ή για σκότωμα; Το αίμα που
έχυσα, μωρέ Φωτάκη, ούλοι οι άγιοι δεν μπορούν να το ξεπλύνουνε! Ο Θεός πιο
εύκολα θα βάλει στον Παράδεισο τον διάβολο, παρά εμένα! Ξέρω γω τι λέγω!»

Κι έφυγε συλλογισμένος.

Είχαμε ένα νησί πατρογονικό μας, που το λέγανε Αγιά -
Παρασκευή. Παράδεισος επίγειος! Εκεί πέρα λοιπόν πήγα και ξέχασα τον
ανακατεμένο κόσμο που είχα δει στα μέρη που ταξίδεψα. Καλότυχος είναι ο
άνθρωπος που έχει ένα καταφύγιο, να πάγει ν' αποτραβηχτεί, σαν κουραστεί από
τον κόσμο.

Μια μέρα βλέπω, από ψηλά που καθόμουνα, γιατί το παλάτι μου
ήτανε σωστό κάστρο, χτισμένο απάνω σ' έναν κρεμασμένο βράχο, βλέπω λοιπόν να
'ρχεται μια βάρκα και, σαν έφταξε στην αραξιά, βγήκε από μέσα ο Στριγκάρος μ'
ένα τουφέκι στον ώμο, κι άρχισε ν' ανεβαίνει τον ανήφορο.

Ήβγα και τον καλωσόρισα. Μου λέγει:

«Ήρθα να κάτσω μαζί σου κανέναν μήνα. Μ' έπιασε κάτι τις σα
μελαγχολία, και λέγω, ας πάγω στον Φωτάκη, το καλό το παιδί, να τον κάνω
συντροφιά, να σκοτώσουμε και κανένα λαγό, που 'ναι κοπάδια σαν το πρόβατα εδώ
πέρα, στο βασίλειό σου. Μόνε θα σε περικαλέσω, στο λάδι που σ' έβαλε ο νουνός
σου που σε βάφτισε, να μου πεις, εσύ που διάβασες πολλά γράμματα, αν υπάρχει
Κόλαση και Παράδεισος. Όχι τίποτ' άλλο, αλλά για να ξέρουμε. Να μελετήσουμε τα
βιβλία που είναι μέσα στο ντουλάπι της εκκλησίας, να δούμε τι λογής τα λένε και
τα παριστάνουνε...»

Έναν μήνα και παραπάνω δεν χωρίσαμε εγώ και ο Στριγκάρος.
Μαζί τρώγαμε, μαζί κοιμόμαστε.

Ο καιρός έπιασε και χειμώνιαζε. Παράγγειλε και του φέρανε τη
γούνα του, τα χοντρά τα ρούχα του, και μια νταμιτζάνα ρακί, αυγοτάραχο και
καπνό καλόν τράνα της Αβούνιας.

Κείνον τον καιρό ήτανε ίσαμε εξηνταπέντε χρονών, άντρας
δυνατός, πλαταράς. Ο λαιμός του ήτανε χοντρός σαν τη μέση του, η μύτη του
πρησμένη, το πρόσωπό του μελανό από το ρακί. Δεν πολυομιλούσε. Τα μικρά τα
μάτια του τα 'χε σφαλιστά σα να κοιμότανε, και κάθε τόσο αναστέναζε:

«Ώωχ! Ψεύτη κόσμε!»

Στο κεφάλι του φορούσε μια κατσούλα από αστραχάν σαν
Τσερκέζος. Τη μέση του την είχε τυλιγμένη μ' ένα ζουνάρι μαύρο, πλατύ δυο
πιθαμές. Φορούσε και μαύρο πουκάμισο, πάντα καθαρό. Τη γούνα την έριχνε στην
πλάτη του, ποτέ δεν την έβαζε με τα μανίκια. Σαν σουλατσάριζε συλλογισμένος,
έχωνε το 'να χέρι του μέσα στο μανίκι τ' αλλουνού, κι ολοένα μασούσε το
μουστάκι του. Ώρες - ώρες παραπατούσε από το πιοτό.

Έπινα κ' εγώ μαζί του. Μου 'λεγε:

«Κάνεις καλή παρέα, Φωτάκη, και δε μου κάνει καρδιά να φύγω.
Έχω μεγάλη αδυναμία απάνω σου, μα το τίμιο ξύλο!»

Κ' έκανε το σταυρό του.

«Αυτά που άκουσα από το στόμα σου, δεν τ' ακούγει κανένας
από τον αρχιμαντρίτη τον Κουκουτό, που 'ναι στο μετόχι στον Άγιο Νικόλα... Αν
υπάρχει, λέγει, η Παράδεισο κ' η Κόλαση; Εμ' εδώ, μέσα στα βιβλία, είναι
ολοφάνερα! Αυτά τα ψηφιά, Φωτάκη, που αναγνώνεις, με τα χέρια τους τα γράψανε ή
είναι τύπος; Πού να βάνει κανένας με τον νου του, άμα είναι αγράμματος σαν κ'
εμένα, τι έννοια έχουνε αυτά τα μερμηγκάκια! Τι κάνει η φώτιση του Θεού! Απ'
αυτά μαθαίνει άνθρωπος που γεννήθηκε στραβός σε τούτον τον ντουνιά, πως ο
Χριστός κ' οι Δώδεκα Αποστόλοι λένε πως υπάρχει Κόλαση και Παράδεισο, και
παραγγείλανε να το γράψουνε στα χαρτιά, για να το μάθει ο κόσμος, να μην κάνει
αμαρτίες! Μπα, μπα, μπα! Μεγάλο πράμα είν' αυτό, Φωτάκη! Ποιος άλλος να μας το
'λεγε, να το πιστέψουμε, αν δεν κατέβαινε ο Χριστός να το γράψει στο Βαγγέλιο!...
Για δώσε μου να καταλάβω, αυτός ο ληστής που μου διάβασες εχτές από μέσα από το
Βαγγέλιο, πόσους ανθρώπους λέγει πως σκότωσε; Α! ... Δεν είναι γραμμένο μέσα στο
Βαγγέλιο! Κρίμα!...»

Και δάγκωνε το μουστάκι του πολλή ώρα συλλογισμένος.

«Μήπως, μωρέ Φωτάκη, είναι γραμμένο σε κανένα άλλο αγιωτικό
βιβλίο πόσους νοματαίους χάλασε αυτός ο ληστής; Δεν υπάρχει τέτοιο βιβλίο
πουθενά, να πα να το βρούμε; Μήπως το 'χει ο παπά - Ναθαναήλ, να του το
γυρέψουμε;... Για να βρει έλεγος και να μπει στην Παράδεισο ένας τέτοιος
άνθρωπος, θα πει πως είχε σκοτώσει έναν, το πολύ δυο... Αχ! Εμ εγώ χάλασα πολλοί
ανθρώποι, και γυναίκες και μωρά, κ' έγλειφα και το μαχαίρι πολλές φορές! Με το
καμάκι της βάρκας κάρφωσα άνθρωπο... Τότες που φεύγανε οι αλλόφυλοι από τη
Μυτιλήνη για να περάσουνε στην Ανατολή, εγώ είχα πιάσει το Γυμνό, κι όποια
βάρκα περνούσε, τη χούγιαζα να 'ρθει γιαλό, κι αφού τους ξεγύμνωνα, τους
χαλούσα! Τι μάλαμα μάζεψα! Πού ν' το; Στάχτη γίνηκε! Τι γυναίκες ατίμασα, τι
βυζανιάρικα έπνιξα, το τι έκανα, καλέμι δεν μπορεί να τα γράψει! Τότες που τα
'κανα δεν τα καταλάβαινα. Τώρα που γέρασα και άσπρισα, γίνηκα άσπρη περιστερά!
Όρσε!»

Και μούντζωνε τον εαυτό του. Μιλούσε πάντα ήσυχα, σιγανά,
δίχως να θυμώνει. Καμιά φορά δάκρυζε:

«Γιατί δε ρίχνει φωτιά ο μεγαλοδύναμος, να με κάψει;»

Ένα βράδυ φυσούσε βοριάς φρέσκος, κι ολόγυρα βογγούσε το
πέλαγο. Ο Στριγκάρος κ' εγώ πίναμε ρακί και φουμάραμε, δίχως να μιλάμε.

Μονομιάς, βλέπω κι αγριέψανε τα μάτια του και ζάρωσε η μύτη
του σαν το σκύλο που θέλει να δαγκάσει. Εγώ φοβήθηκα μπας και τον έπιασε ο
διάβολος και με σκοτώσει, γιατί πολλοί μου λέγανε να φυλάγουμαι, κ' εγώ δεν
τους άκουγα.

«Ξέρεις τι θέλω να σου πω;» μου λέγει. «Εγώ, όπως κατάντησα,
αν γεράσω πιο πολύ, κακά στερνά θαν έχω. Το φως μου κόντυνε, εμένα που περνούσα
τη ρεβολβοριά από την κλειδαρότρυπα και που έκοβα τ' αστάχυ. Τα ποδάρια μου δε
με βαστούνε και παραπατώ. Το πιο καλύτερο φαγί δεν το τραβά πια η καρδιά μου.
Άνθρωπο να μ' αγαπά δεν έχω, εξόν από σένα, που το κάνεις από λύπηση. Εγώ είμαι
κολασμένος από την κοιλιά της μάννας μου. Εψές είδα ένα όνειρο, σα να βρέθηκα
μέσα στη Χάρη της, κ' ήβγε η Αγιά - Παρασκευή στην Άγια Πόρτα και μ' είπε: Με
το ρακί ήρθες εδώ πέρα να μετανοήσεις; Αύριο να φύγεις, να μη χαλάσεις και τον
άλλον, να πας στο σπίτι σου, να πέσεις σε προσευχή και σε νηστεία!»

Την άλλη μέρα τον έβαλα μέσα στην βάρκα και τον πήγα στην
πολιτεία.

Ύστερα από έναν μήνα έμαθα πως τον βρήκαν σκοτωμένον μέσα
στην ταβέρνα του, που είχε μια ταμπέλα κ' έγραφε: «Ταβέρνα ο Διάβολος».
Σκοτώθηκε ξαπλωμένος, για να μπορέσει να πατήσει με το ποδάρι του τον κόκορα
του τουφεκιού του. Το κεφάλι του πρήστηκε και γίνηκε τρεις φορές πιο μεγάλο.

Τον θάψανε δίχως παπά, μέσα σ' ένα ξερότοπο.



* Φώτης Κ΄όντογλου, «Το Αϊβαλί η πατρίδα μου», Εκδ. Άγκυρα, Αθήνα, 2009. 


Franz Kafka, «The thinker», (1913)
Franz Kafka, «The thinker», (1913)

[Το δικαστήριο]


«Είστε αθώος;» ρώτησε αυτός. «Ναι», είπε ο Κ. Η απάντηση σ' αυτή την ερώτηση του προξένησε χαρά, ιδιαίτερα γιατί δινόταν απέναντι σ' έναν ιδιώτη, δηλαδή χωρίς καμιά ευθύνη. Κανένας μέχρι τώρα δεν τον είχε ρωτήσει τόσο ανοιχτά. Για ν' απολάυσει πιο πολύ αυτή τη χαρά πρόσθεσε ακόμη: «Είμαι εντελώς αθώος». «Λοιπόν», είπε ο ζωγράφος, έσκυψε το κεφάλι και φαινόταν να συλλογιέται. Ξαφνικά σήκωσε πάλι το κεφάλι και είπε: «Αν είστε αθώος τότε η υπόθεση είναι πολύ απλή». Το βλέμμα του Κ. σκοτείνιασε· αυτός ο τάχα έμπιστος του δικαστηρίου μιλούσε σα μικρό παιδί. «Η αθωότητά μου δεν απλοποιεί την υπόθεση», είπε ο Κ. Παρ' όλα αυτά έπρεπε να χαμογελάσει και κούνησε αργά το κεφάλι. «Εξαρτάται από πολλές λεπτομέρειες, όπου μέσα τους χάνεται το δικαστήριο. Τελικά όμως βγαίνει από κάπου, όπου στην αρχή δεν υπήρχε απολύτως τίποτε, μια ενοχή». «Ναι, ναι, βέβαια», είπε ο ζωγράφος σα να ενοχλούσε άσκοπα τον Κ. στον ειρμό των σκέψεών του. «Αλλά πάντως είστε αθώος;» «Λοιπόν, ναι», είπε ο Κ. «Αυτό είναι το κυριότερο, είπε ο ζωγράφος. Με αντιλογίες δεν πειθόταν καθόλου, μόνο που παρόλη την αποφασιστικότητά του δεν ήταν καθαρό αν μιλούσε έτσι από πεποίθηση ή αδιαφορία. Ο Κ. θέλησε κατόπιν να το προσδιορίσει και γι' αυτό είπε: «Εσείς γνωρίζετε βέβαια το δικαστήριο πολύ καλύτερα απ' ό,τι εγώ, που δεν γνωρίζω τίποτα παραπάνω απ' όσα έχω ακούσει, εξάλλου από εντελώς διάφορους ανθρώπους. Όλοι όμως συμφωνούν πως απερίσκεπτες κατηγορίες δεν γίνονται, και πως όταν μια φορά το δικαστήριο κατηγορήσει κάποιον, τότε είναι σταθερά πεπεισμένο για την ενοχή τού κατηγορούμενου και μόνο δύσκολα βγαίνει από την πεποίθησή του αυτή». «Δύσκολα;» ρώτησε ο ζωγράφος κι έκανε με το χέρι του μια κίνηση ψηλά. «Ποτέ δεν γίνεται να βγει το δικαστήριο από την πεποίθησή του. Αν σας ζωγραφίσω εδώ πάνω σε μια οθόνη τους δικαστές τον έναν μετά τον άλλο, για να υπερασπιστείτε τον εαυτό σας μπροστά απ' αυτή την οθόνη, θα έχετε πιο πολλή επιτυχία εδώ παρά μπροστά από το πραγματικό δικαστήριο». «Ναι», είπε ο Κ. σχεδόν μέσα του και ξέχασε πως ήθελε μόνο να εξετάσει τον ζωγράφο.



*Franz Kafka, Η Δίκη, (μτφρ.) Γιώργος Βαμβαλής, Εκδ. Μπουκουμάνη, Αθήνα, 1971.






[Η Άγνοια και η Ανάγκη]


«Τόσο σύντομες είναι οι ζωές των πνευμάτων;» ρώτησε ο Σκρουτζ.

«Σ' αυτόν τον κόσμο είναι πολύ σύντομη η ζωή μου», αποκρίθηκε το Φάντασμα, «τελειώνει απόψε».

«Απόψε!» φώναξε ο Σκρουτζ.

«Απόψε τα μεσάνυχτα. Άκου! Η ώρα μου πλησιάζει».

Η καμπάνα βάρεσε δώδεκα παρά τέταρτο εκείνη τη στιγμή.

«Συγχώρα με που παίρνω το θάρρος,» είπε ο Σκρουτζ, κοιτάζοντας επίμονα του Πνεύματος τη ρόμπα, «μα βλέπω κάτι παράξενο, και δεν μοιάζει να 'ναι δικό σου, να προεξέχει κάτω απ' τον μανδύα σου. Είναι πόδι ή νύχι;»

«Μπορεί να είναι νύχι, γιατί έχει σάρκα πάνω του», ήταν η θλιμμένη απάντηση του Πνεύματος. «Κοίταξε δω!»

Μες στις τσακίσεις της ρόμπας του, κουβαλούσε δυο παιδιά· άθλια, αποκρουστικά, οικτρά και φρικαλέα. Γονάτισαν στα πόδια του και κράτησαν σφιχτά το ένδυμά του.«Ω, άνθρωπε! Κοίταξε δω! Κοίταξε δω κάτω!» αναφώνησε το Φάντασμα.

Ήταν ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Ωχρά, πενιχρά, κουρελιασμένα, βλοσυρά, αγριεμένα· μα χαμερπή στην ταπεινότητά τους. Εκεί που η πασίχαρη νιότη έπρεπε να 'χε γεμίσει με χυμούς τα παρουσιαστικά τους, και να τα χρωμάτιζε με τις πιο φρέσκες αποχρώσεις, ένα ξερό και μαραμένο χέρι, σαν αυτό των γηρατειών, τα 'χε ζουλήξει και διαστρεβλώσει, και τα ξέβρασε κουρέλια. Εκεί όπου θα 'πρεπε αγγέλοι να θρονιάζουν, δαίμονες παραμονεύαν κι αγριοκοιτάζαν μ' απειλή. Καμιά περιστροφή, καμιά παρέκκλιση της ανθρωπιάς, σε οποιονδήποτε βαθμό, μες στα μυστήρια της εξαίσιας δημιουργίας, δεν έχει τέρατα τόσο φριχτά μαζί και αποτρόπαια.

Ο Σκρουτζ πισωπάτησε, συγκλονισμένος. Έτσι όπως του παρουσιάστηκαν με τέτοιο τρόπο, έκανε απόπειρα να πει πως ήταν μια χαρά παιδιά, όμως οι λέξεις πνίγηκαν, σαν να 'τανε κομμάτια από 'να τερατώδες ψέμα.

«Είναι δικά σου, Πνεύμα;» δεν είχε τίποτα να πει άλλο ο Σκρουτζ.

«Είναι του Ανθρώπου» είπε το Πνεύμα ρίχνοντας το βλέμμα του πάνω τους. «Και προσκολλώνται σε μένα, απευθυνόμενα στους πατέρες τους. Το αγόρι αυτό είναι η Άγνοια. Το κορίτσι αυτό είναι η Ανάγκη. Προσοχή και στα δύο, και σ' όλα τα παρόμοια, μα πιο πολλή προσοχή στο αγόρι, γιατί στο μέτωπό του βλέπω γραμμένο το Τέλος, εκτός κι αν σβήσει η γραφή. Αρνήσου το!» φώναξε το Πνεύμα, προτείνοντας το χέρι προς την πόλη. «Σταυρώνετε αυτούς που σας τα λένε! Και υποκρίνεστε για λόγους εξουσίας, χειροτερεύοντας τα πράγματα! Και προσμένετε το τέλος!»*



*Charles Dickens, Μια Χριστουγεννιάτικη Ιστορία, (μτφρ.) Στράτος Κιαπίδης, Εκδ. Φεγγίτης, Θεσσαλονίκη, 2020.





Pietro Gagliardi, «reading a book», 1830
Pietro Gagliardi, «reading a book», 1830

[Ενάντια στον ξεπεσμό της γλώσσας]


Αυτό που 'χει, με λίγα λόγια, σημασία, είναι ολόκληρο το ποίημα: κι αν δεν χρειάζεται να 'ναι –συχνά δεν πρέπει κιόλας να 'ναι– από την αρχή ως το τέλος μελωδικό, βγαίνει σαν συμπέρασμα πως ένα ποίημα δεν φτιάχνεται μόνο από «όμορφες λέξεις». Αμφιβάλλω αν, μόνο από την άποψη του ήχου, κάποια λέξη είναι περισσότερο ή λιγότερο όμορφη από μιαν άλλη. Οι άσχημες λέξεις είναι οι λέξεις που δεν ταιριάζουν με τη συντροφιά που κάνουν· Η μουσική μιας λέξης βρίσκεται, σαν να λέμε, σ' ένα σημείο τομής: βγαίνει πρώτα από τη σχέση της με τις λέξεις που προηγούνται ή ακολουθούν αμέσως, και γενικά με ολόκληρο το περιεχόμενο. [...] Οι φόρμες πρέπει να σπάζουν και να ξαναφτιάχνονται. Η γλώσσα πάντα αλλάζει· ο ποιητής πρέπει να αποδεχτεί και να φτιάξει το καλύτερο που μπορεί από τις εξελίξεις της στο λεξιλόγιο, στη σύνταξη, στις διακυμάνσεις του τονισμού – ακόμα και, μακροπρόθεσμα, από τον εκφυλισμό της. Αυτός έχει το προνόμιο να συμβάλλει στην ανάπτυξη και να διατηρεί την ποιότητα, την ικανότητα της γλώσσας να εκφράζει, σε μεγάλη έκταση, και τη λεπτή διαβάθμιση του αισθήματος και της συγκίνησης· η δουλειά του είναι και ν' ανταποκριθεί στην αλλαγή και να την κάνει συνειδητή, και ν' αγωνιστεί ενάντια στον ξεπεσμό, χρησιμοποιώντας τα πρότυπα που του 'μαθε το παρελθόν. Οι ελευθερίες που μπορεί να πάρει είναι για χάρη της τάξης.*


* T.S. Elliot, Επτά δοκίμια για την ποίηση, (μτφρ.) Μαρία Λαϊνά, Εκδ. Γράμματα, Αθήνα, 1982.





Νικόλαος Γύζης, Γιάντες 1878
Νικόλαος Γύζης, Γιάντες 1878


[Πίστομα]

Όταν ύστερα από την αναρχία πού'χεν ανταριάσει τον τόπο δίνοντας εις όλα τα κακά στοιχεία το ελεύτερο να πράξουν κάθε λογής ανομία, η τάξη είχε πάλε στερεωθεί, κ' είχε δοθεί αμνηστία στους κακούργους, τότες επίστρεφαν τούτοι απ' τα βουνά κι από τα ξένα στα σπίτια τους, κι ανάμεσα στους άλλους που ξαναρχόνταν, εγύριζε στο χωριό του κι ο Mαγουλαδίτης Aντώνης Kουκουλιώτης. 

Eίτουν τότες ώς σαράντα χρονών, κοντός, μαυριδερνός, μ' όμορφα πυκνά σγουρά γένια και με σγουρότατα μαύρα μαλλιά. Tο πρόσωπό του είχε χάρη και το βλέμμα του είτουν χαϊδευτικό και ήμερο αγκαλά κι αντίφεγγε με πράσινες αναλαμπές· το στόμα του όμως είτουν μικρότατο και κοντό δίχως χείλια. 

O άνθρωπος τούτος, πριν ακόμα ρεμπελέψουν ο κόσμος, είχε παντρευτεί. Kι όταν πήρε των βουνών το δρόμο, για το φόβο της εξουσίας, άφηκε τη γυναίκα του μόνη στο σπίτι και τούτη δεν του εστάθη πιστή, αλλά με άλλον (νομίζοντας ίσως πως ο Kουκουλιώτης είτουν σκοτωμένος ή αλλιώς πεθαμένος) είχε πιάσει έρωτα κι απ' τον έρωτα τούτον είχε γεννηθεί παιδί που άξαινεν ωστόσο χαριτωμένα και που η γυναίκα περσά αγαπούσε.

Eγύριζε λοιπόν ο ληστής στο χωριό του την ώρα όπου βάφουν τα νερά. K' εμπήκε ξάφνως σπίτι του χωρίς κανείς να το προσμένει, εμπήκε σα θανατικό, αναπάντεχα τέλεια, κ' εκατατρόμαξεν η άτυχη γυναίκα, ετρόμαξε τόσο, που, παίρνοντας το ξανθό της παιδί στην αγκαλιά, τό'σφιγγε στα στήθια της τρεμάμενη, έτοιμη να λιγοθυμήσει και χωρίς να δύναται να προφέρει λέξη καμία.

Aλλά ο Kουκουλιώτης πικρά χαμογελώντας τής είπε:

"Mη φοβάσαι γυναίκα. Δε σου κάνω κανένα κακό, αγκαλά και σου πρέπουν. Eίναι το παιδί τούτο δικό σου; Nαι; Mα όχι δικό μου! Mε ποιον, λέγε, τό'χεις κάμει;"
T' αποκρίθη εκείνη λουχτουκιώντας.
"Aντώνη, τίποτε δε μπορώ να σου κρούψω. Tο φταίσμα μου είναι μεγάλο. Mα, το ξέρω, κ' η εγδίκησή σου θά'ναι μεγάλη· κ' εγώ, αδύνατο μέρος, και το νήπιο τούτο, που από το φόβο τρέμει, δε δυνόμαστε να σ' αντρειευτούμε. Kοίτα πώς η τρομάρα με κλονίζει καθώς σε τηρώ. Kάμε από με ό,τι θέλεις, μα λυπήσου το άτυχο πλάσμα που δεν έχει προστασία."

Kαθώς εμιλούσεν η γυναίκα εσκοτείνιαζεν η όψη του αλλά δεν την αντίκοβγε. Eτσώπασε λίγο κ' έπειτα της είπε:

"Γυναίκα κακή! Δεν ρωτώ τώρα ουδέ συμβουλή σου, ουδέ σε λυπούμαι, ουδέ το λυπούμαι. T' όνομα εκεινού θέλω. Eσέ δε θα σε πειράξω. Δε μολογάς το; θα το μάθω· το χωριό όλο γνωρίζει με ποιον εζούσες και τότες θα θυσιάσω και τους τρεις σας, θα πλύνω τη ντροπή πόχω λάβει από σας, πλάσματα άτιμα!"
Eμολόησε. Kι ο Kουκουλιώτης εβγήκε αμέσως. Kι αφού ύστερα από ώρα ξαναμπήκε στο σπίτι, εβρήκε τη γυναίκα στον ίδιο τόπον ασάλευτη με τ' αποκοιμισμένο τέκνο στην αγκάλη· τον αναντράνιζε. Mα αυτός εξαπλώθη κατά γης και σα χορτάτος εκοιμήθη ύπνον βαθύν ώς το ξημέρωμα.
Tην άλλην ημέραν αφού εξύπνησαν της είπε.
"Θα πάμε στα χτήματά μας να ιδώ μη και κείνα μού'χουν αρπάξει, καθώς μού'χε πάρει και σε ο σκοτωμένος."
"Tον σκότωσες!"

Tην ημέραν εκείνην ο ήλιος δεν εφάνη στην Aνατολή γιατί ο ουρανός είτουν γνέφια γιομάτος και το φως μετά βιάς επλήθαινε.

Kι ο Kουκουλιώτης βάνοντας φτιάρι και τσαπί στον ώμο εδιάταξε τη γυναίκα να τον ακολουθήσει μαζί με το παιδί της, κ' έτσι εβγήκαν κ' οι τρεις από το σπίτι.
Kαι φτάνοντας εις το χωράφι που είτουν πολύ νοτερό ακόμα από την πρωτυτερνή βροχή, ο ληστής εβάλθη να σκάψει λάκκο.

Δεν επρόφερνε λέξη και το πρόσωπό του είτουν χλωμό και ο ίδρος, που έβρεχε το μέτωπό του, έβγαινε κρύος. Tο σταχτί φως που έπεφτε από τον ουρανό εχρωμάτιζε παράξενα τον τόπο· το χινόπωρο την αυγήν εκείνην έλεγεν όλη του τη θλίψη. H γυναίκα εκοίταζε περίεργη κι ανήσυχη και το παιδάκι επαιγνιδούσε με τα γουλιά και με τα χώματα που ανάσκαφτεν ο κακούργος. K' εφάνη για μια στιγμήν ο ήλιος κ' εχρύσωσε τα ξανθά μαλλιά του νηπίου που αγγελικά χαμογελούσε.

Kι ωστόσο ο λάκκος είτουν έτοιμος, κι ο Kουκουλιώτης, ακουμπώντας στο φτυάρι, είπε της γυναικός του:
"Bάλ'το πίστομα μέσα".*



*Κωνσταντίνος Θεοτόκης (από τα Διηγήματα [Kορφιάτικες ιστορίες], Kείμενα 1982) 





 Henri de Toulouse-Lautrec, Combing Their Hair 1896
Henri de Toulouse-Lautrec, Combing Their Hair 1896


[Κρατήσου με μπύρα]

Δεν έχεις παρά να γαμήσεις ένα σεβαστό αριθμό γυναικών, ωραίων γυναικών και να γράψεις κάμποσα, υποφερτά, ερωτικά ποιήματα. Μη σε νοιάζει για την ηλικία σου και για τα νιόβγαλτα ταλέντα. Πίνε, απλώς, περισσότερη μπύρα, μπύρα, πολλή μπύρα και πήγαινε στον ιππόδρομο τουλάχιστον μια φορά τη βδομάδα και παίρνε τα αν μπορείς. Είναι δύσκολο να μάθεις να τα παίρνεις: όλοι οι άσχετοι είναι υποψήφιοι χασούρες. Και μην ξεχνάς τον Μπραμς σου και τον Μπαχ σου και την μπύρα σου. Μη πολυκουράζεσαι. Να κοιμάσαι μέχρι αργά το απόγευμα. Απόφευγε τις πιστωτικές κάρτες. Τέλος πάντων, πλήρωνε τοις μετρητοίς. Να θυμάσαι πως δεν υπάρχει μαλακία σ' αυτόν τον κόσμο που να κάνει πάνω από 50 δολάρια. Αν έχεις τη δυνατότητα ν' αγαπήσεις, αγάπησε πρώτα τον εαυτό σου, μα έχε πάντα υπ' όψη σου την πιθανότητα μιας ολοκληρωτικής αποτυχίας -είτε δίκαιη είναι, είτε άδικη η αιτία της- μια πρόωρη εμπειρία θανάτου δεν είναι απαραίτητα κακή. Μείνε μακριά από εκκλησίες και μπαρ και μουσεία και να καιροφυλαχτείς σαν αράχνη -ο χρόνος είναι ο σταυρός του καθενός, συμπεριλαμβανομένων: της αποπομπής, της αποτυχίας, της προδοσίας, όλης της σχετικής σαβούρας. Κρατήσου με μπύρα. Η μπύρα τρέφει αδιάκοπα το αίμα, η μπύρα είναι σύντροφος πιστός. Πάρε μια μεγάλη γραφομηχανή και καθώς τα βήματα έρχονται και φεύγουν κάτω απ' το παράθυρό σου, πάλεψε την άγρια, δωσ' της να καταλάβει. Βάρα στο ψαχνό. Και να θυμάσαι τις παλιοκαραβάνες που το πάλεψαν γερά: τον Χέμινγουεϊ, τον Σελίν, τον Ντοστογιέφσκυ, τον Χάμσουν. Αν νομίζεις πως αυτοί δεν τρελάθηκαν σε μικρά δωματιάκια, όπως τώρα εσύ, δίχως γυναίκα, δίχως φαΐ, δίχως ελπίδα, δεν είσαι ώριμος ακόμη. Πιες περισσότερη μπύρα, υπάρχει καιρός. Κι αν δεν υπάρχει, καλά είναι κι έτσι.*


*Charles Bukowski, Love is a dog from hell, (μτφρ.) Γιώργος Μπλάνας, εκδ. Απόπειρα, Αθήνα,1986.





Francis Bacon, «Figure with Meat» 1954
Francis Bacon, «Figure with Meat» 1954

[Η δολοφονία μιας αλήθειας]

Στην πραγματικότητα, με καταδίωκε ένας γελοίος φόβος: Δεν είχα τον χρόνο να πεθάνω δίχως να εξομολογηθώ όλα τα ψέματά μου. Όχι στον θεό, ούτε και σ' έναν από τους εκπροσώπους του, ξέρετε πως ήμουν υπεράνω όλων αυτών. Όχι. Να τα ομολογήσω στους ανθρώπους, σ' έναν φίλο, σε μια αγαπημένη γυναίκα. Γιατί, και ένα μόνο ψέμα να έκρυβα στη ζωή μου, ο θάνατος θα το έκαν' αιώνιο. Ποτέ πια, κανένας δεν θα μάθαινε την αλήθεια, γιατί ο μόνος κάτοχός της θα ήταν νεκρός, ξαπλωμένος για πάντα μαζί με το μυστικό του. Αυτή η απόλυτη δολοφονία μιας αλήθειας, μου προξενούσε ίλιγγο.*


*Albert Camus, Η πτώση, (μτφρ.) Λέανδρος Πολενάκης, εκδ. Άγκυρα, Αθήνα, 1975.




The Unicorn Rests in a Garden, 15th century, France, unknown artist
The Unicorn Rests in a Garden, 15th century, France, unknown artist

[Το απόλυτο ξεθεμελίωμα...]

«Όταν έμεινα έγκυος εγώ, έβλεπα τον εαυτό μου σαν μέρος αυτού του δέντρου, να κρέμεται σ' έναν από τους λωρούς του, κι εσένα, αγέννητο ακόμα, σε φανταζόμουν να αιωρείσαι στο κενό, δεμένος από τον λωρό που έβγαινε απ' το σώμα μου, κι από εκείνη τη στιγμή άρχισα να ονειρεύομαι έναν δολοφόνο που, κάτω χαμηλά, σφάζει την ανάφαλη γυναίκα, φαντάζομαι το σώμα της που ψυχορραγεί, πεθαίνει, αποσυντίθεται, ώσπου όλο αυτό το τεράστιο δέντρο που φύτρωσε απ' αυτήν μένει ξαφνικά χωρίς ρίζες, χωρίς στήριγμα, κι αρχίζει να γέρνει· είδα τα κλαδιά που εκτείνονταν στο άπειρο να πέφτουν σαν γιγάντια βροχή και, προσπάθησε να με καταλάβεις, δεν ονειρευόμουν την ολοκλήρωση της ανθρώπινης ιστορίας, την κατάργηση του μέλλοντος, όχι, όχι, ήθελα μόνο την πλήρη εξαφάνιση των ανθρώπων μαζί με το μέλλον τους και το παρελθόν τους, με την αρχή τους και το τέλος τους, με όλη τη διάρκεια της ύπαρξής τους, με όλη τους τη μνήμη, με τον Νέρωνα και τον Ναπολέοντα, με τον Βούδα και τον Ιησού, ήθελα το απόλυτο ξεθεμέλιωμα του δέντρου που ρίζωνε στη μικρούτσικη, ανάφαλη κοιλιά μιας πρώτης, ανόητης γυναίκας, που δεν ήξερε τι έκανε και τι φρικαλεότητες θα μας στοίχιζε η άθλια συνουσία της, που σίγουρα δεν της είχε δώσει την παραμικρή ηδονή...»*


*Milan Kundera, Η Γιορτή της Ασημαντότητας, (μτφρ.) Γιάννης Η. Χάρης, «Εκδόσεις της Εστίας», Αθήνα, 2014.




Vasily Kandinsky, "Several Circles" (1926)
Vasily Kandinsky, "Several Circles" (1926)

[Οι κυριάρχοι του κόσμου]

Για όλα τα παραπέρα στηρίζομαι στην άποψη ότι η τάση για καταστροφή είναι μια πρωτογενής, αυτόνομη ορμή του ανθρώπου, και επαναλαμβάνω ότι αποτελεί το ισχυρότερο εμπόδιο του πολιτισμού. Σε κάποιο σημείο αυτής της έρευνας κάναμε τη διαπίστωση πως ο πολιτισμός είναι μια ιδιαίτερη διαδικασία που κυλάει πάνω από την ανθρωπότητα, και την ιδέα αυτή την έχουμε διατηρήσει μέχρι τώρα. Προσθέτουμε πως είναι μια διαδικασία στην υπηρεσία του έρωτα, που επιδιώκει να συνενώσει ξεχωριστά άτομα, μετά οικογένειες, αργότερα φυλές, λαούς, έθνη σε μια μεγαλύτερη ενότητα – στην ανθρωπότητα. Αυτά τα ανθρώπινα πλήθη πρέπει να συνδεθούν μεταξύ τους σεξουαλικά· μόνη της η αναγκαιότητα, τα πλεονεκτήματα της εργατικής κοινότητας, δε θα τα συγκρατήσουν. Σε αυτό το πρόγραμμα του πολιτισμού αντιστέκεται όμως η φυσική ορμή της επιθετικότητας του ανθρώπου, η εχθρότητα του ενός απέναντι σε όλους και όλων απέναντι στον ένα. Αυτή η ορμή της επιθετικότητας είναι απόγονος και κύριος εκπρόσωπος της ορμής του θανάτου, που τη βρήκαμε δίπλα στον έρωτα και μοιράζεται μαζί του την κυριαρχία του κόσμου.*


*Sigmund Freud, Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας, (μτφρ.) Γιώργος Βαμβαλής, εκδ. Επίκουρος, Αθήνα, 1974.




Goya, "Seated Giant" (1818)
Goya, "Seated Giant" (1818)

[Κάθαρσις]

Βέβαια. Έπρεπε να σκύψω μπροστά στον ένα και, χαϊδεύοντας ηδονικά το μαύρο σεβιότ -παφ, παφ, παφ, παφ-, «έχετε λίγη σκόνη» να ειπώ, «κύριε Άλφα».

Ύστερα έπρεπε να περιμένω στη γωνία, κι όταν αντίκριζα την κοιλιά του άλλου, αφού θα 'χα επί τόσα χρόνια παρακολουθήσει τα αισθήματα και το σφυγμό της, να σκύψω άλλη μια φορά και να ψιθυρίσω εμπιστευτικά: «Αχ, αυτός ο Άλφα, κύριε Βήτα...».

Έπρεπε, πίσω από τα γυαλιά του Γάμμα, να καραδοκώ την ιλαρή ματιά του. Αν μου την εχάριζε, να ξεδιπλώσω το καλύτερο χαμόγελό μου και να τη δεχτώ όπως σε μανδύα ιππότου ένα βασιλικό βρέφος. Αν όμως αργούσε, να σκύψω για τρίτη φορά γεμάτος συντριβή και ν' αρθρώσω: «Δούλος σας, κύριε μου».

Αλλά πρώτα πρώτα έπρεπε να μείνω στη σπείρα του Δέλτα. Εκεί η ληστεία γινόταν υπό λαμπρούς, διεθνείς οιωνούς, μέσα σε πολυτελή γραφεία. Στην αρχή, δε θα υπήρχα. Κρυμμένος πίσω από τον κοντόπαχο τμηματάρχη μου, θα οσφραινόμουν. Θα είχα τρόπους λεπτούς, αέρινους. Θα εμάθαινα τη συνθηματική τους γλώσσα. Η ψαύσις του αριστερού μέρους της χωρίστρας θα εσήμαινε: «πεντακόσιες χιλιάδες». Ένα επίμονο τίναγμα της στάχτης του πούρου θα έλεγε: «σύμφωνος». Θα εκέρδιζα την εμπιστοσύνη όλων. Και μια μέρα, ακουμπώντας στο κρύσταλλο του τραπεζιού μου, θα έγραφα εγώ την απάντηση: «Ο αυτόνομος οργανισμός μας, κύριε Εισαγγελεύ...».

Έπρεπε να σκύψω, να σκύψω, να σκύψω. Τόσο που η μύτη μου να ενωθεί με τη φτέρνα μου. Έτσι βολικά κουλουριασμένος, να κυλώ και να φθάσω.

Κανάγιες!

Το ψωμί της εξορίας με τρέφει. Κουρούνες χτυπούν τα τζάμια της κάμαράς μου. Και σε βασανισμένα στήθη χωρικών βλέπω να δυναμώνει η πνοή που θα σας σαρώσει.

Σήμερα επήρα τα κλειδιά κι ανέβηκα στο ενετικό φρούριο. Επέρασα τρεις πόρτες, τρία πανύψηλα κιτρινωπά τείχη, με ριγμένες επάλξεις. Όταν βρέθηκα μέσα στον εσωτερικό, τρίτο κύκλο, έχασα τα ίχνη σας. Κοιτάζοντας από τις πολεμίστρες, χαμηλά, τη θάλασσα, την πεδιάδα, τα βουνά, ένιωθα τον εαυτό μου ασφαλή. Εμπήκα σ' ερειπωμένους στρατώνες, σε κρύπτες όπου είχαν φυτρώσει συκιές και ροδιές. Εφώναζα στην ερημιά. Επερπάτησα ολόκληρες ώρες σπάζοντας μεγάλα, ξερά χόρτα. Αγκάθια κι αέρας δυνατός κολλούσαν στα ρούχα μου. Με ήβρε η νύχτα...*


*Κώστας Καρυωτάκης




Auguste Rodin,  "Study of a nude female figure (Satyress)" (1905–8)
Auguste Rodin, "Study of a nude female figure (Satyress)" (1905–8)

[Στον δρομο του Έρωτα]

Στον δρόμο του Έρωτα (όπως και στον δρόμο του Θανάτου, που είναι δύσκολος κι αυτός) δε θα βρεις –άμα τον αντικρίζεις σοβαρά– κανένα φως, καμιάν απόκριση, ούτε σημάδι, ούτε χαραγμένο δρόμο, για να σε βοηθήσουν. Και για τα δυο τούτα καθήκοντα, που κρατάμε κρυμμένα μέσα μας και τα παραδίνουμε στους άλλους χωρίς να φωτίσουμε το μυστικό τους, δεν υπάρχουν γενικοί κανόνες. Όσο όμως πιο πολύ αποζητάμε τη μοναξιά στη ζωή μας, τόσο περισσότερο ζυγώνουμε το μεγάλο νόημα του έρωτα και του θανάτου. Οι απαιτήσεις που, τραχύς και δύσκολος, ο έρωτας έχει απ' τη ζωή μας σ' όλη της την πορεία, είναι πάρα πολύ βαριές, κι εμείς, στα πρώτα μας βήματα, είμαστε πολύ αδύναμοι μπροστά τους. Αν όμως σταθούμε καρτερικοί και δεχτούμε τον έρωτα αυτόν σαν τραχιά μαθητεία –αντίς να χανόμαστε σ' όλα εκείνα τα εύκολα και κούφια παιχνίδια, που επινόησε ο άνθρωπος για να μην αντικρίζει κατάματα τη βαθύτατη σοβαρότητα της ζωής– ίσως τότε, κείνοι που θα 'ρθουν καιρό έπειτ' από μας, να νοιώσουν μια κάποια πρόοδο κι ένα ξαλάφρωμα· και θα 'ταν σημαντικό τούτο.                                                                                                                                                                                                     Σήμερα μόλις, μπορούμε κι αντικρίζουμε χωρίς προκατάληψη τις σχέσεις του ενός ανθρώπου με τον άλλον· οι προσπάθειές μας να «ζήσουμε» αυτές τις σχέσεις δεν έχουν μπροστά τους κανένα πρότυπο, κανένα παράδειγμα για να τις οδηγήσει. Κι όμως μέσα στο διάβα του καιρού υπάρχουν μερικά πρότυπα, που άλλο δε θέλουν παρά να βοηθήσουν τα δισταχτικά πρώτα μας βήματα.*


*Rainer Marie Rilke, Γράμματα σ' έναν νέο ποιητή, (μτφρ.) Μάριος Πλωρίτης, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 2000.




Georgia O’Keeffe, "Sky above Clouds IV" (1965)
Georgia O’Keeffe, "Sky above Clouds IV" (1965)

[Η πρωτοβουλία του αναγνώστη]

Η πρωτοβουλία του αναγνώστη συνίσταται στο να κάνει μια εικασία για την intentio operis (για τον σκοπό του έργου). Αυτή η εικασία πρέπει να επικυρώνεται από το σύνολο του κειμένου ως οργανική ολότητα, χωρίς ωστόσο να σημαίνει ότι μπορεί να γίνει μία και μόνη ερμηνευτική εικασία για ένα κείμενο. Κατ' αρχήν μπορούν να γίνουν άπειρες. Αλλά εν τέλει οι εικασίες θα δοκιμαστούν πάνω στη συνοχή του κειμένου και η κειμενική συνεκτικότητα δεν μπορεί παρά να αποκλείσει ορισμένες άστοχες εικασίες. Ένα κείμενο είναι ένα τέχνασμα που τείνει να παραγάγει τον πρότυπο αναγνώστη του. Ο εμπειρικός αναγνώστης είναι αυτός που κάνει κάποια εικασία για τον τύπο του πρότυπου αναγνώστη που αιτεί το κείμενο. Πράγμα που σημαίνει ότι ο εμπειρικός αναγνώστης είναι εκείνος που δεν επιχειρεί εικασίες σχετικές με τις προθέσεις του εμπειρικού συγγραφέα αλλά σχετικές με τις προθέσεις του πρότυπου συγγραφέα. Πρότυπος συγγραφέας είναι εκείνος που ως κειμενική στρατηγική τείνει να παραγάγει έναν ορισμένον πρότυπο αναγνώστη.

Να λοιπόν που σ' αυτό το σημείο συμπίπτουν η έρευνα γύρω από την πρόθεση του συγγραφέα με την έρευνα για την πρόθεση του έργου. Συμπίπτουν, τουλάχιστον με την έννοια ότι (πρότυπος) συγγραφέας και έργο (ως συνεκτικότητα του κειμένου) αποτελούν το δυνάμει σημείο στο οποίο στοχεύει η εικασία. Το κείμενο δεν είναι τόσο παράμετρος η οποία χρησιμεύει για την επικύρωση της ερμηνείας, αλλά μάλλον αντικείμενο το οποίο κατασκευάζει η ερμηνεία στην κυκλική της προσπάθεια να κυρωθεί στη βάση αυτού που κατασκευάζει. Κατ' εξοχήν ερμηνευτικός κύκλος, βέβαια.*


* Eco Umberto, Τα όρια της ερμηνείας, (μτφρ). Κονδύλη Μαριάννα, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2018.




Amadeo de Souza Cardoso, "The Stronghold" (1912)
Amadeo de Souza Cardoso, "The Stronghold" (1912)

[Ζω είναι είμαι άλλος]

Ζω είναι είμαι άλλος. Ούτε να αισθάνομαι είναι δυνατόν αν σήμερα αισθάνομαι όπως αισθάνθηκα χτες: αισθάνομαι σήμερα το ίδιο με χτες δεν είναι αισθάνομαι -είναι θυμάμαι σήμερα τι αισθάνθηκα χτες, είμαι το ζωντανό πτώμα αυτού που ήταν χτες η ζωή που χάθηκε.

Να σβήνεις τα πάντα από τον πίνακα από τη μια μέρα στην άλλη, να είσαι νέος με κάθε νέο ξημέρωμα, σε μια διαρκώς ανανεούμενη παρθενικότητα της συγκίνησης -αυτό, και μόνο αυτό, αξίζει τον κόπο να είμαστε ή να έχουμε, για να είμαστε ή να έχουμε αυτό που ατελώς είμαστε.

Αυτό το ξημέρωμα είναι το πρώτο του κόσμου. Ποτέ ακόμη αυτό το ροδαλό χρώμα που γίνεται κίτρινο αχνό κι ύστερα λευκό θερμό δε στάθηκε έτσι πάνω στα πρόσωπα με τα οποία τα σπίτια της δύσης κοιτάζουν με τα άπειρα τζαμένια μάτια τους τη σιωπή που έρχεται μέσ' από το φως που δυναμώνει. Ποτέ δεν υπήρξε αυτή η ώρα, μήτε αυτό το φως, ούτε αυτό το ον που είμαι εγώ. Αύριο αυτό που θα υπάρξει θα είναι άλλο, και αυτό που θα δω θα είναι ιδωμένο από καινούργια μάτια, γεμάτα με νέα όραση.

Ψηλά βουνά της πόλης! Απέραντα αρχιτεκτονήματα που σε απότομες πλαγιές συγκρατούν και μεγεθύνουν, διαστρωμάτωση κτηρίων συσσωρευμένων το ένα πάνω στο άλλο, που το φως υφαίνει με σκιές και εγκαύσεις -είστε σήμερα, είστε εγώ, γιατί σας βλέπω, είστε αυτό που [θα είμαι;] αύριο, και σας αγαπώ γερμένος στην κουπαστή σαν ένα πλοίο που διασταυρώνεται με άλλο πλοίο και αφήνει στο πέρασμά του άγνωστες νοσταλγίες.*


*Fernando Pessoa, Το Βιβλίο της Ανησυχίας, (μτφρ.) Μαρία Παπαδήμα, εκδ. Εξάντας, Αθήνα, 2007.




 Bronze handle attachment in the form of a satyr mask, 2nd century B.C.
Bronze handle attachment in the form of a satyr mask, 2nd century B.C.

[Η μουσική!]

Η αλήθεια συμβολοποιείται, παίρνει στη δούλεψή της το φαίνεσθαι, επομένως κι όλες τις Τέχνες που το εκφράζουν. Εδώ όμως εντοπίζεται, σαφώς, μια ουσιώδης απόκλιση απ' την παλιότερη Τέχνη: τώρα όλα τα καλλιτεχνικά μέσα καλούνται να βοηθήσουν από κοινού· έτσι, τ' αγάλματα ζωντανεύουν, περπατούν, η σκηνογραφία τροποποιείται: πάνω στον ίδιο τοίχο απεικονίζεται πότε ο ναός, πότε τ' ανάκτορα. Παρατηρούμε, δηλαδή, μια κάποια αδιαφορία προς το φαίνεσθαι, τ' οποίο καλείται, αίφνης, να παραιτηθεί απ' τα αιώνια δικαιώματά του και τις κυρίαρχες επιταγές του. Το φαίνεσθαι δεν εκλαμβάνεται πια ως επίφαση, αλλ' ως σύμβολο, ως σημείο αλήθειας: εξ ου κ' η –καθαυτό σκανδαλιστική– συγχώνευση των καλλιτεχνικών μέσων. Η σαφέστερη ένδειξη αυτής της υποτίμησης που υπέστη το φαίνεσθαι, είν' η μάσκα.

Η αξίωση που προβάλλει, λοιπόν, η διονυσιακή Τέχνη στον θεατή είναι να βλέπει τα πάντα μεταμορφωμένα από μια μαγική δύναμη· να βλέπει πέρ' από σύμβολα, να 'ναι όλος ο κόσμος της σκηνής και της ορχήστρας το βασίλειο του θεάματος. Ποια δύναμη θα τον φέρει σε τέτοια ψυχική διάθεση; Ποια δύναμη θα κάνει τα θαύματα πιστευτά και θα προβάλλει μπροστά στον θεατή έναν κόσμο μαγικό; Ποιος νίκησε τη δύναμη του φαίνεσθαι, υποβιβάζοντάς το σε απλό σύμβολο;

– Η   μ ο υ σ ι κ ή!*


*Friedrich Nietzsche , Διόνυσος κατά Εσταυρωμένου, (μτφρ.) Βαγγέλης Δουβαλέρης, εκδ. Κατάρτι, Αθήνα, 2009.




Constantin Mitrofanovitsh Flórinsky, "Temple of Amour" (1907)
Constantin Mitrofanovitsh Flórinsky, "Temple of Amour" (1907)

[Υποκειμενικές απόψεις περί Τέχνης]

«Στην τέχνη δεν καταφέρνεις τίποτα, αν δεν απαλλαγείς από τις έτοιμες ιδέες. Πρέπει να επεξεργαστείς τη δική σου θέση, την προσωπική σου άποψη –χωρίς ποτέ, βέβαια, να παραβλέπεις τον κοινό νου– και, όσο δουλεύεις, να τη διαφυλάσσεις σαν κόρη οφθαλμού».

«Καθετί νέο στην τέχνη εμφανίστηκε για να ανταποκριθεί σε μια πνευματική ανάγκη, και σκοπό του έχει να θέτει ερωτήματα που αφορούν πρωταρχικά την εποχή μας».

«Οι επαγγελματίες σηκώνουν με αδιαφορία τους ώμους και προλέγουν ότι τα σοβαρά, σημαντικά έργα δεν έχουν επιτυχία στο μεγάλο κοινό... Η μαζική δημοτικότητα δηλώνει αυτό που εννοούμε μαζική κουλτούρα, όχι τέχνη».

«Για να γίνει κανείς καλλιτέχνης δεν χρειάζεται απλώς κάτι, να αποκτήσει τις τεχνικές και τις μεθόδους του επαγγέλματος. Για να γράψεις καλά, όπως είπε κάποιος, πρέπει να ξεχάσεις τη γραμματική».

«Δεν υπάρχει πιο άσκοπο πράγμα από τη λέξη "έρευνα" όταν εφαρμόζεται σ' ένα έργο τέχνης. Κρύβει ανικανότητα, εσωτερικό κενό, έλλειψη αληθινής δημιουργικής συνείδησης, ταπεινή ματαιοδοξία».

«Η έννοια της πρωτοπορίας στην τέχνη δεν έχει νόημα. Καταλαβαίνω τη σημασία της στον αθλητισμό».

«Το έργο τέχνης κουβαλάει μέσα του μιαν ακέραιη αισθητική και φιλοσοφική ενότητα, είναι οργανισμός που ζει και αναπτύσσεται σύμφωνα με τους δικούς του νόμους».

«Ο ποιητής δεν χρησιμοποιεί περιγραφές του κόσμου – συμμετέχει στη δημιουργία του».

«Είναι φανερό ότι η τέχνη δεν μπορεί να διδάξει τίποτα, εφόσον επί τέσσερις χιλιάδες χρόνια η ανθρωπότητα δεν έμαθε απολύτως τίποτα».

«Η έμπνευση του καλλιτέχνη γεννιέται κάπου στις πιο βαθιές πτυχές του εγώ του· αποκλείεται να του την υπαγορεύσουν εξωτερικές, "επαγγελματικές" σκέψεις. Συνδέεται με τον ψυχισμό και τη συνείδησή του· πηγάζει από ολόκληρη την κοσμοθεωρία του».

«Ο καλλιτέχνης έχει καθήκον να είναι ήρεμος. Δεν έχει δικαίωμα να δείχνει τη συγκίνησή του, τη συμμετοχή του, να αδειάζει την ψυχή του στους θεατές. Κάθε συγκίνηση για κάτι πρέπει να αποκτήσει μορφή ολύμπιας αταραξίας. Μόνον έτσι θα μπορέσει να μιλήσει ο καλλιτέχνης για πράγματα που τον συγκινούν».

«Η γνήσια καλλιτεχνικη εικόνα βασίσεται πάντοτε σε έναν οργανικό σύνδεσμο μεταξύ ιδέας και φόρμας».

«Φυσικά η άποψή μου είναι υποκειμενική. Έτσι όμως πρέπει να γίνεται στην τέχνη».*


*Andrei Tarkovsky, Σμιλεύοντας τον Χρόνο, (μτφρ.) Σεραφείμ Βελέντζας, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1987.