Κείμενα



Σε αυτή τη φιλότεχνη ενότητα θα αναρτώνται κείμενα, αποσπάσματα ή πλήρη, αποφθεγματικά ή πιο εκτενή, λογοτεχνικά και όχι, που θεωρούμε ότι έχουν κάποιο ενδιαφέρον και συνάδουν με το πνεύμα και την αισθητική του «Φεγγίτη».

Αν και δεν υπάρχει περιορισμός σε ό,τι αφορά στη θεματική τους, οι δύο βασικοί άξονες είναι: Τέχνη και Σκέψη –
και πάντως θα βρίσκονται πάντοτε εκτός επικαιρότητας.

Καλές αναγνώσεις!


"The unread story is not a story..."

Ursula K. Le Guin


Νικόλαος Γύζης, Γιάντες 1878
Νικόλαος Γύζης, Γιάντες 1878

[Πίστομα]


Όταν ύστερα από την αναρχία πού'χεν ανταριάσει τον τόπο δίνοντας εις όλα τα κακά στοιχεία το ελεύτερο να πράξουν κάθε λογής ανομία, η τάξη είχε πάλε στερεωθεί, κ' είχε δοθεί αμνηστία στους κακούργους, τότες επίστρεφαν τούτοι απ' τα βουνά κι από τα ξένα στα σπίτια τους, κι ανάμεσα στους άλλους που ξαναρχόνταν, εγύριζε στο χωριό του κι ο Mαγουλαδίτης Aντώνης Kουκουλιώτης. 

Eίτουν τότες ώς σαράντα χρονών, κοντός, μαυριδερνός, μ' όμορφα πυκνά σγουρά γένια και με σγουρότατα μαύρα μαλλιά. Tο πρόσωπό του είχε χάρη και το βλέμμα του είτουν χαϊδευτικό και ήμερο αγκαλά κι αντίφεγγε με πράσινες αναλαμπές· το στόμα του όμως είτουν μικρότατο και κοντό δίχως χείλια. 

O άνθρωπος τούτος, πριν ακόμα ρεμπελέψουν ο κόσμος, είχε παντρευτεί. Kι όταν πήρε των βουνών το δρόμο, για το φόβο της εξουσίας, άφηκε τη γυναίκα του μόνη στο σπίτι και τούτη δεν του εστάθη πιστή, αλλά με άλλον (νομίζοντας ίσως πως ο Kουκουλιώτης είτουν σκοτωμένος ή αλλιώς πεθαμένος) είχε πιάσει έρωτα κι απ' τον έρωτα τούτον είχε γεννηθεί παιδί που άξαινεν ωστόσο χαριτωμένα και που η γυναίκα περσά αγαπούσε.

Eγύριζε λοιπόν ο ληστής στο χωριό του την ώρα όπου βάφουν τα νερά. K' εμπήκε ξάφνως σπίτι του χωρίς κανείς να το προσμένει, εμπήκε σα θανατικό, αναπάντεχα τέλεια, κ' εκατατρόμαξεν η άτυχη γυναίκα, ετρόμαξε τόσο, που, παίρνοντας το ξανθό της παιδί στην αγκαλιά, τό'σφιγγε στα στήθια της τρεμάμενη, έτοιμη να λιγοθυμήσει και χωρίς να δύναται να προφέρει λέξη καμία.

Aλλά ο Kουκουλιώτης πικρά χαμογελώντας τής είπε:

"Mη φοβάσαι γυναίκα. Δε σου κάνω κανένα κακό, αγκαλά και σου πρέπουν. Eίναι το παιδί τούτο δικό σου; Nαι; Mα όχι δικό μου! Mε ποιον, λέγε, τό'χεις κάμει;"
T' αποκρίθη εκείνη λουχτουκιώντας.
"Aντώνη, τίποτε δε μπορώ να σου κρούψω. Tο φταίσμα μου είναι μεγάλο. Mα, το ξέρω, κ' η εγδίκησή σου θά'ναι μεγάλη· κ' εγώ, αδύνατο μέρος, και το νήπιο τούτο, που από το φόβο τρέμει, δε δυνόμαστε να σ' αντρειευτούμε. Kοίτα πώς η τρομάρα με κλονίζει καθώς σε τηρώ. Kάμε από με ό,τι θέλεις, μα λυπήσου το άτυχο πλάσμα που δεν έχει προστασία."

Kαθώς εμιλούσεν η γυναίκα εσκοτείνιαζεν η όψη του αλλά δεν την αντίκοβγε. Eτσώπασε λίγο κ' έπειτα της είπε:

"Γυναίκα κακή! Δεν ρωτώ τώρα ουδέ συμβουλή σου, ουδέ σε λυπούμαι, ουδέ το λυπούμαι. T' όνομα εκεινού θέλω. Eσέ δε θα σε πειράξω. Δε μολογάς το; θα το μάθω· το χωριό όλο γνωρίζει με ποιον εζούσες και τότες θα θυσιάσω και τους τρεις σας, θα πλύνω τη ντροπή πόχω λάβει από σας, πλάσματα άτιμα!"
Eμολόησε. Kι ο Kουκουλιώτης εβγήκε αμέσως. Kι αφού ύστερα από ώρα ξαναμπήκε στο σπίτι, εβρήκε τη γυναίκα στον ίδιο τόπον ασάλευτη με τ' αποκοιμισμένο τέκνο στην αγκάλη· τον αναντράνιζε. Mα αυτός εξαπλώθη κατά γης και σα χορτάτος εκοιμήθη ύπνον βαθύν ώς το ξημέρωμα.
Tην άλλην ημέραν αφού εξύπνησαν της είπε.
"Θα πάμε στα χτήματά μας να ιδώ μη και κείνα μού'χουν αρπάξει, καθώς μού'χε πάρει και σε ο σκοτωμένος."
"Tον σκότωσες!"

Tην ημέραν εκείνην ο ήλιος δεν εφάνη στην Aνατολή γιατί ο ουρανός είτουν γνέφια γιομάτος και το φως μετά βιάς επλήθαινε.

Kι ο Kουκουλιώτης βάνοντας φτιάρι και τσαπί στον ώμο εδιάταξε τη γυναίκα να τον ακολουθήσει μαζί με το παιδί της, κ' έτσι εβγήκαν κ' οι τρεις από το σπίτι.
Kαι φτάνοντας εις το χωράφι που είτουν πολύ νοτερό ακόμα από την πρωτυτερνή βροχή, ο ληστής εβάλθη να σκάψει λάκκο.

Δεν επρόφερνε λέξη και το πρόσωπό του είτουν χλωμό και ο ίδρος, που έβρεχε το μέτωπό του, έβγαινε κρύος. Tο σταχτί φως που έπεφτε από τον ουρανό εχρωμάτιζε παράξενα τον τόπο· το χινόπωρο την αυγήν εκείνην έλεγεν όλη του τη θλίψη. H γυναίκα εκοίταζε περίεργη κι ανήσυχη και το παιδάκι επαιγνιδούσε με τα γουλιά και με τα χώματα που ανάσκαφτεν ο κακούργος. K' εφάνη για μια στιγμήν ο ήλιος κ' εχρύσωσε τα ξανθά μαλλιά του νηπίου που αγγελικά χαμογελούσε.

Kι ωστόσο ο λάκκος είτουν έτοιμος, κι ο Kουκουλιώτης, ακουμπώντας στο φτυάρι, είπε της γυναικός του:
"Bάλ'το πίστομα μέσα".*



*Κωνσταντίνος Θεοτόκης (από τα Διηγήματα [Kορφιάτικες ιστορίες], Kείμενα 1982) 




 Henri de Toulouse-Lautrec, Combing Their Hair 1896
Henri de Toulouse-Lautrec, Combing Their Hair 1896


[Κρατήσου με μπύρα]

Δεν έχεις παρά να γαμήσεις ένα σεβαστό αριθμό γυναικών, ωραίων γυναικών και να γράψεις κάμποσα, υποφερτά, ερωτικά ποιήματα. Μη σε νοιάζει για την ηλικία σου και για τα νιόβγαλτα ταλέντα. Πίνε, απλώς, περισσότερη μπύρα, μπύρα, πολλή μπύρα και πήγαινε στον ιππόδρομο τουλάχιστον μια φορά τη βδομάδα και παίρνε τα αν μπορείς. Είναι δύσκολο να μάθεις να τα παίρνεις: όλοι οι άσχετοι είναι υποψήφιοι χασούρες. Και μην ξεχνάς τον Μπραμς σου και τον Μπαχ σου και την μπύρα σου. Μη πολυκουράζεσαι. Να κοιμάσαι μέχρι αργά το απόγευμα. Απόφευγε τις πιστωτικές κάρτες. Τέλος πάντων, πλήρωνε τοις μετρητοίς. Να θυμάσαι πως δεν υπάρχει μαλακία σ' αυτόν τον κόσμο που να κάνει πάνω από 50 δολάρια. Αν έχεις τη δυνατότητα ν' αγαπήσεις, αγάπησε πρώτα τον εαυτό σου, μα έχε πάντα υπ' όψη σου την πιθανότητα μιας ολοκληρωτικής αποτυχίας -είτε δίκαιη είναι, είτε άδικη η αιτία της- μια πρόωρη εμπειρία θανάτου δεν είναι απαραίτητα κακή. Μείνε μακριά από εκκλησίες και μπαρ και μουσεία και να καιροφυλαχτείς σαν αράχνη -ο χρόνος είναι ο σταυρός του καθενός, συμπεριλαμβανομένων: της αποπομπής, της αποτυχίας, της προδοσίας, όλης της σχετικής σαβούρας. Κρατήσου με μπύρα. Η μπύρα τρέφει αδιάκοπα το αίμα, η μπύρα είναι σύντροφος πιστός. Πάρε μια μεγάλη γραφομηχανή και καθώς τα βήματα έρχονται και φεύγουν κάτω απ' το παράθυρό σου, πάλεψε την άγρια, δωσ' της να καταλάβει. Βάρα στο ψαχνό. Και να θυμάσαι τις παλιοκαραβάνες που το πάλεψαν γερά: τον Χέμινγουεϊ, τον Σελίν, τον Ντοστογιέφσκυ, τον Χάμσουν. Αν νομίζεις πως αυτοί δεν τρελάθηκαν σε μικρά δωματιάκια, όπως τώρα εσύ, δίχως γυναίκα, δίχως φαΐ, δίχως ελπίδα, δεν είσαι ώριμος ακόμη. Πιες περισσότερη μπύρα, υπάρχει καιρός. Κι αν δεν υπάρχει, καλά είναι κι έτσι.*


*Charles Bukowski, Love is a dog from hell, (μτφρ.) Γιώργος Μπλάνας, εκδ. Απόπειρα, Αθήνα,1986.





Francis Bacon, «Figure with Meat» 1954
Francis Bacon, «Figure with Meat» 1954

[Η δολοφονία μιας αλήθειας]

Στην πραγματικότητα, με καταδίωκε ένας γελοίος φόβος: Δεν είχα τον χρόνο να πεθάνω δίχως να εξομολογηθώ όλα τα ψέματά μου. Όχι στον θεό, ούτε και σ' έναν από τους εκπροσώπους του, ξέρετε πως ήμουν υπεράνω όλων αυτών. Όχι. Να τα ομολογήσω στους ανθρώπους, σ' έναν φίλο, σε μια αγαπημένη γυναίκα. Γιατί, και ένα μόνο ψέμα να έκρυβα στη ζωή μου, ο θάνατος θα το έκαν' αιώνιο. Ποτέ πια, κανένας δεν θα μάθαινε την αλήθεια, γιατί ο μόνος κάτοχός της θα ήταν νεκρός, ξαπλωμένος για πάντα μαζί με το μυστικό του. Αυτή η απόλυτη δολοφονία μιας αλήθειας, μου προξενούσε ίλιγγο.*


*Albert Camus, Η πτώση, (μτφρ.) Λέανδρος Πολενάκης, εκδ. Άγκυρα, Αθήνα, 1975.




The Unicorn Rests in a Garden, 15th century, France, unknown artist
The Unicorn Rests in a Garden, 15th century, France, unknown artist

[Το απόλυτο ξεθεμέλιωμα...]

«Όταν έμεινα έγκυος εγώ, έβλεπα τον εαυτό μου σαν μέρος αυτού του δέντρου, να κρέμεται σ' έναν από τους λωρούς του, κι εσένα, αγέννητο ακόμα, σε φανταζόμουν να αιωρείσαι στο κενό, δεμένος από τον λωρό που έβγαινε απ' το σώμα μου, κι από εκείνη τη στιγμή άρχισα να ονειρεύομαι έναν δολοφόνο που, κάτω χαμηλά, σφάζει την ανάφαλη γυναίκα, φαντάζομαι το σώμα της που ψυχορραγεί, πεθαίνει, αποσυντίθεται, ώσπου όλο αυτό το τεράστιο δέντρο που φύτρωσε απ' αυτήν μένει ξαφνικά χωρίς ρίζες, χωρίς στήριγμα, κι αρχίζει να γέρνει· είδα τα κλαδιά που εκτείνονταν στο άπειρο να πέφτουν σαν γιγάντια βροχή και, προσπάθησε να με καταλάβεις, δεν ονειρευόμουν την ολοκλήρωση της ανθρώπινης ιστορίας, την κατάργηση του μέλλοντος, όχι, όχι, ήθελα μόνο την πλήρη εξαφάνιση των ανθρώπων μαζί με το μέλλον τους και το παρελθόν τους, με την αρχή τους και το τέλος τους, με όλη τη διάρκεια της ύπαρξής τους, με όλη τους τη μνήμη, με τον Νέρωνα και τον Ναπολέοντα, με τον Βούδα και τον Ιησού, ήθελα το απόλυτο ξεθεμέλιωμα του δέντρου που ρίζωνε στη μικρούτσικη, ανάφαλη κοιλιά μιας πρώτης, ανόητης γυναίκας, που δεν ήξερε τι έκανε και τι φρικαλεότητες θα μας στοίχιζε η άθλια συνουσία της, που σίγουρα δεν της είχε δώσει την παραμικρή ηδονή...»*


*Milan Kundera, Η Γιορτή της Ασημαντότητας, (μτφρ.) Γιάννης Η. Χάρης, «Εκδόσεις της Εστίας», Αθήνα, 2014.




Vasily Kandinsky, "Several Circles" (1926)
Vasily Kandinsky, "Several Circles" (1926)

[Οι κυριάρχοι του κόσμου]

Για όλα τα παραπέρα στηρίζομαι στην άποψη ότι η τάση για καταστροφή είναι μια πρωτογενής, αυτόνομη ορμή του ανθρώπου, και επαναλαμβάνω ότι αποτελεί το ισχυρότερο εμπόδιο του πολιτισμού. Σε κάποιο σημείο αυτής της έρευνας κάναμε τη διαπίστωση πως ο πολιτισμός είναι μια ιδιαίτερη διαδικασία που κυλάει πάνω από την ανθρωπότητα, και την ιδέα αυτή την έχουμε διατηρήσει μέχρι τώρα. Προσθέτουμε πως είναι μια διαδικασία στην υπηρεσία του έρωτα, που επιδιώκει να συνενώσει ξεχωριστά άτομα, μετά οικογένειες, αργότερα φυλές, λαούς, έθνη σε μια μεγαλύτερη ενότητα – στην ανθρωπότητα. Αυτά τα ανθρώπινα πλήθη πρέπει να συνδεθούν μεταξύ τους σεξουαλικά· μόνη της η αναγκαιότητα, τα πλεονεκτήματα της εργατικής κοινότητας, δε θα τα συγκρατήσουν. Σε αυτό το πρόγραμμα του πολιτισμού αντιστέκεται όμως η φυσική ορμή της επιθετικότητας του ανθρώπου, η εχθρότητα του ενός απέναντι σε όλους και όλων απέναντι στον ένα. Αυτή η ορμή της επιθετικότητας είναι απόγονος και κύριος εκπρόσωπος της ορμής του θανάτου, που τη βρήκαμε δίπλα στον έρωτα και μοιράζεται μαζί του την κυριαρχία του κόσμου.*


*Sigmund Freud, Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας, (μτφρ.) Γιώργος Βαμβαλής, εκδ. Επίκουρος, Αθήνα, 1974.




Goya, "Seated Giant" (1818)
Goya, "Seated Giant" (1818)

[Κάθαρσις]

Βέβαια. Έπρεπε να σκύψω μπροστά στον ένα και, χαϊδεύοντας ηδονικά το μαύρο σεβιότ -παφ, παφ, παφ, παφ-, «έχετε λίγη σκόνη» να ειπώ, «κύριε Άλφα».

Ύστερα έπρεπε να περιμένω στη γωνία, κι όταν αντίκριζα την κοιλιά του άλλου, αφού θα 'χα επί τόσα χρόνια παρακολουθήσει τα αισθήματα και το σφυγμό της, να σκύψω άλλη μια φορά και να ψιθυρίσω εμπιστευτικά: «Αχ, αυτός ο Άλφα, κύριε Βήτα...».

Έπρεπε, πίσω από τα γυαλιά του Γάμμα, να καραδοκώ την ιλαρή ματιά του. Αν μου την εχάριζε, να ξεδιπλώσω το καλύτερο χαμόγελό μου και να τη δεχτώ όπως σε μανδύα ιππότου ένα βασιλικό βρέφος. Αν όμως αργούσε, να σκύψω για τρίτη φορά γεμάτος συντριβή και ν' αρθρώσω: «Δούλος σας, κύριε μου».

Αλλά πρώτα πρώτα έπρεπε να μείνω στη σπείρα του Δέλτα. Εκεί η ληστεία γινόταν υπό λαμπρούς, διεθνείς οιωνούς, μέσα σε πολυτελή γραφεία. Στην αρχή, δε θα υπήρχα. Κρυμμένος πίσω από τον κοντόπαχο τμηματάρχη μου, θα οσφραινόμουν. Θα είχα τρόπους λεπτούς, αέρινους. Θα εμάθαινα τη συνθηματική τους γλώσσα. Η ψαύσις του αριστερού μέρους της χωρίστρας θα εσήμαινε: «πεντακόσιες χιλιάδες». Ένα επίμονο τίναγμα της στάχτης του πούρου θα έλεγε: «σύμφωνος». Θα εκέρδιζα την εμπιστοσύνη όλων. Και μια μέρα, ακουμπώντας στο κρύσταλλο του τραπεζιού μου, θα έγραφα εγώ την απάντηση: «Ο αυτόνομος οργανισμός μας, κύριε Εισαγγελεύ...».

Έπρεπε να σκύψω, να σκύψω, να σκύψω. Τόσο που η μύτη μου να ενωθεί με τη φτέρνα μου. Έτσι βολικά κουλουριασμένος, να κυλώ και να φθάσω.

Κανάγιες!

Το ψωμί της εξορίας με τρέφει. Κουρούνες χτυπούν τα τζάμια της κάμαράς μου. Και σε βασανισμένα στήθη χωρικών βλέπω να δυναμώνει η πνοή που θα σας σαρώσει.

Σήμερα επήρα τα κλειδιά κι ανέβηκα στο ενετικό φρούριο. Επέρασα τρεις πόρτες, τρία πανύψηλα κιτρινωπά τείχη, με ριγμένες επάλξεις. Όταν βρέθηκα μέσα στον εσωτερικό, τρίτο κύκλο, έχασα τα ίχνη σας. Κοιτάζοντας από τις πολεμίστρες, χαμηλά, τη θάλασσα, την πεδιάδα, τα βουνά, ένιωθα τον εαυτό μου ασφαλή. Εμπήκα σ' ερειπωμένους στρατώνες, σε κρύπτες όπου είχαν φυτρώσει συκιές και ροδιές. Εφώναζα στην ερημιά. Επερπάτησα ολόκληρες ώρες σπάζοντας μεγάλα, ξερά χόρτα. Αγκάθια κι αέρας δυνατός κολλούσαν στα ρούχα μου. Με ήβρε η νύχτα...*


*Κώστας Καρυωτάκης




Auguste Rodin,  "Study of a nude female figure (Satyress)" (1905–8)
Auguste Rodin, "Study of a nude female figure (Satyress)" (1905–8)

[Στον δρομο του Έρωτα]

Στον δρόμο του Έρωτα (όπως και στον δρόμο του Θανάτου, που είναι δύσκολος κι αυτός) δε θα βρεις –άμα τον αντικρίζεις σοβαρά– κανένα φως, καμιάν απόκριση, ούτε σημάδι, ούτε χαραγμένο δρόμο, για να σε βοηθήσουν. Και για τα δυο τούτα καθήκοντα, που κρατάμε κρυμμένα μέσα μας και τα παραδίνουμε στους άλλους χωρίς να φωτίσουμε το μυστικό τους, δεν υπάρχουν γενικοί κανόνες. Όσο όμως πιο πολύ αποζητάμε τη μοναξιά στη ζωή μας, τόσο περισσότερο ζυγώνουμε το μεγάλο νόημα του έρωτα και του θανάτου. Οι απαιτήσεις που, τραχύς και δύσκολος, ο έρωτας έχει απ' τη ζωή μας σ' όλη της την πορεία, είναι πάρα πολύ βαριές, κι εμείς, στα πρώτα μας βήματα, είμαστε πολύ αδύναμοι μπροστά τους. Αν όμως σταθούμε καρτερικοί και δεχτούμε τον έρωτα αυτόν σαν τραχιά μαθητεία –αντίς να χανόμαστε σ' όλα εκείνα τα εύκολα και κούφια παιχνίδια, που επινόησε ο άνθρωπος για να μην αντικρίζει κατάματα τη βαθύτατη σοβαρότητα της ζωής– ίσως τότε, κείνοι που θα 'ρθουν καιρό έπειτ' από μας, να νοιώσουν μια κάποια πρόοδο κι ένα ξαλάφρωμα· και θα 'ταν σημαντικό τούτο.                                                                                                                                                                                                     Σήμερα μόλις, μπορούμε κι αντικρίζουμε χωρίς προκατάληψη τις σχέσεις του ενός ανθρώπου με τον άλλον· οι προσπάθειές μας να «ζήσουμε» αυτές τις σχέσεις δεν έχουν μπροστά τους κανένα πρότυπο, κανένα παράδειγμα για να τις οδηγήσει. Κι όμως μέσα στο διάβα του καιρού υπάρχουν μερικά πρότυπα, που άλλο δε θέλουν παρά να βοηθήσουν τα δισταχτικά πρώτα μας βήματα.*


*Rainer Marie Rilke, Γράμματα σ' έναν νέο ποιητή, (μτφρ.) Μάριος Πλωρίτης, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 2000.




Georgia O’Keeffe, "Sky above Clouds IV" (1965)
Georgia O’Keeffe, "Sky above Clouds IV" (1965)

[Η πρωτοβουλία του αναγνώστη]

Η πρωτοβουλία του αναγνώστη συνίσταται στο να κάνει μια εικασία για την intentio operis (για τον σκοπό του έργου). Αυτή η εικασία πρέπει να επικυρώνεται από το σύνολο του κειμένου ως οργανική ολότητα, χωρίς ωστόσο να σημαίνει ότι μπορεί να γίνει μία και μόνη ερμηνευτική εικασία για ένα κείμενο. Κατ' αρχήν μπορούν να γίνουν άπειρες. Αλλά εν τέλει οι εικασίες θα δοκιμαστούν πάνω στη συνοχή του κειμένου και η κειμενική συνεκτικότητα δεν μπορεί παρά να αποκλείσει ορισμένες άστοχες εικασίες. Ένα κείμενο είναι ένα τέχνασμα που τείνει να παραγάγει τον πρότυπο αναγνώστη του. Ο εμπειρικός αναγνώστης είναι αυτός που κάνει κάποια εικασία για τον τύπο του πρότυπου αναγνώστη που αιτεί το κείμενο. Πράγμα που σημαίνει ότι ο εμπειρικός αναγνώστης είναι εκείνος που δεν επιχειρεί εικασίες σχετικές με τις προθέσεις του εμπειρικού συγγραφέα αλλά σχετικές με τις προθέσεις του πρότυπου συγγραφέα. Πρότυπος συγγραφέας είναι εκείνος που ως κειμενική στρατηγική τείνει να παραγάγει έναν ορισμένον πρότυπο αναγνώστη.

Να λοιπόν που σ' αυτό το σημείο συμπίπτουν η έρευνα γύρω από την πρόθεση του συγγραφέα με την έρευνα για την πρόθεση του έργου. Συμπίπτουν, τουλάχιστον με την έννοια ότι (πρότυπος) συγγραφέας και έργο (ως συνεκτικότητα του κειμένου) αποτελούν το δυνάμει σημείο στο οποίο στοχεύει η εικασία. Το κείμενο δεν είναι τόσο παράμετρος η οποία χρησιμεύει για την επικύρωση της ερμηνείας, αλλά μάλλον αντικείμενο το οποίο κατασκευάζει η ερμηνεία στην κυκλική της προσπάθεια να κυρωθεί στη βάση αυτού που κατασκευάζει. Κατ' εξοχήν ερμηνευτικός κύκλος, βέβαια.*


* Eco Umberto, Τα όρια της ερμηνείας, (μτφρ). Κονδύλη Μαριάννα, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2018.




Amadeo de Souza Cardoso, "The Stronghold" (1912)
Amadeo de Souza Cardoso, "The Stronghold" (1912)

[Ζω είναι είμαι άλλος]

Ζω είναι είμαι άλλος. Ούτε να αισθάνομαι είναι δυνατόν αν σήμερα αισθάνομαι όπως αισθάνθηκα χτες: αισθάνομαι σήμερα το ίδιο με χτες δεν είναι αισθάνομαι -είναι θυμάμαι σήμερα τι αισθάνθηκα χτες, είμαι το ζωντανό πτώμα αυτού που ήταν χτες η ζωή που χάθηκε.

Να σβήνεις τα πάντα από τον πίνακα από τη μια μέρα στην άλλη, να είσαι νέος με κάθε νέο ξημέρωμα, σε μια διαρκώς ανανεούμενη παρθενικότητα της συγκίνησης -αυτό, και μόνο αυτό, αξίζει τον κόπο να είμαστε ή να έχουμε, για να είμαστε ή να έχουμε αυτό που ατελώς είμαστε.

Αυτό το ξημέρωμα είναι το πρώτο του κόσμου. Ποτέ ακόμη αυτό το ροδαλό χρώμα που γίνεται κίτρινο αχνό κι ύστερα λευκό θερμό δε στάθηκε έτσι πάνω στα πρόσωπα με τα οποία τα σπίτια της δύσης κοιτάζουν με τα άπειρα τζαμένια μάτια τους τη σιωπή που έρχεται μέσ' από το φως που δυναμώνει. Ποτέ δεν υπήρξε αυτή η ώρα, μήτε αυτό το φως, ούτε αυτό το ον που είμαι εγώ. Αύριο αυτό που θα υπάρξει θα είναι άλλο, και αυτό που θα δω θα είναι ιδωμένο από καινούργια μάτια, γεμάτα με νέα όραση.

Ψηλά βουνά της πόλης! Απέραντα αρχιτεκτονήματα που σε απότομες πλαγιές συγκρατούν και μεγεθύνουν, διαστρωμάτωση κτηρίων συσσωρευμένων το ένα πάνω στο άλλο, που το φως υφαίνει με σκιές και εγκαύσεις -είστε σήμερα, είστε εγώ, γιατί σας βλέπω, είστε αυτό που [θα είμαι;] αύριο, και σας αγαπώ γερμένος στην κουπαστή σαν ένα πλοίο που διασταυρώνεται με άλλο πλοίο και αφήνει στο πέρασμά του άγνωστες νοσταλγίες.*


*Fernando Pessoa, Το Βιβλίο της Ανησυχίας, (μτφρ.) Μαρία Παπαδήμα, εκδ. Εξάντας, Αθήνα, 2007.




 Bronze handle attachment in the form of a satyr mask, 2nd century B.C.
Bronze handle attachment in the form of a satyr mask, 2nd century B.C.

[Η μουσική!]

Η αλήθεια συμβολοποιείται, παίρνει στη δούλεψή της το φαίνεσθαι, επομένως κι όλες τις Τέχνες που το εκφράζουν. Εδώ όμως εντοπίζεται, σαφώς, μια ουσιώδης απόκλιση απ' την παλιότερη Τέχνη: τώρα όλα τα καλλιτεχνικά μέσα καλούνται να βοηθήσουν από κοινού· έτσι, τ' αγάλματα ζωντανεύουν, περπατούν, η σκηνογραφία τροποποιείται: πάνω στον ίδιο τοίχο απεικονίζεται πότε ο ναός, πότε τ' ανάκτορα. Παρατηρούμε, δηλαδή, μια κάποια αδιαφορία προς το φαίνεσθαι, τ' οποίο καλείται, αίφνης, να παραιτηθεί απ' τα αιώνια δικαιώματά του και τις κυρίαρχες επιταγές του. Το φαίνεσθαι δεν εκλαμβάνεται πια ως επίφαση, αλλ' ως σύμβολο, ως σημείο αλήθειας: εξ ου κ' η –καθαυτό σκανδαλιστική– συγχώνευση των καλλιτεχνικών μέσων. Η σαφέστερη ένδειξη αυτής της υποτίμησης που υπέστη το φαίνεσθαι, είν' η μάσκα.

Η αξίωση που προβάλλει, λοιπόν, η διονυσιακή Τέχνη στον θεατή είναι να βλέπει τα πάντα μεταμορφωμένα από μια μαγική δύναμη· να βλέπει πέρ' από σύμβολα, να 'ναι όλος ο κόσμος της σκηνής και της ορχήστρας το βασίλειο του θεάματος. Ποια δύναμη θα τον φέρει σε τέτοια ψυχική διάθεση; Ποια δύναμη θα κάνει τα θαύματα πιστευτά και θα προβάλλει μπροστά στον θεατή έναν κόσμο μαγικό; Ποιος νίκησε τη δύναμη του φαίνεσθαι, υποβιβάζοντάς το σε απλό σύμβολο;

– Η   μ ο υ σ ι κ ή!*


*Friedrich Nietzsche , Διόνυσος κατά Εσταυρωμένου, (μτφρ.) Βαγγέλης Δουβαλέρης, εκδ. Κατάρτι, Αθήνα, 2009.




Constantin Mitrofanovitsh Flórinsky, "Temple of Amour" (1907)
Constantin Mitrofanovitsh Flórinsky, "Temple of Amour" (1907)

[Υποκειμενικές απόψεις περί Τέχνης]

«Στην τέχνη δεν καταφέρνεις τίποτα, αν δεν απαλλαγείς από τις έτοιμες ιδέες. Πρέπει να επεξεργαστείς τη δική σου θέση, την προσωπική σου άποψη –χωρίς ποτέ, βέβαια, να παραβλέπεις τον κοινό νου– και, όσο δουλεύεις, να τη διαφυλάσσεις σαν κόρη οφθαλμού».

«Καθετί νέο στην τέχνη εμφανίστηκε για να ανταποκριθεί σε μια πνευματική ανάγκη, και σκοπό του έχει να θέτει ερωτήματα που αφορούν πρωταρχικά την εποχή μας».

«Οι επαγγελματίες σηκώνουν με αδιαφορία τους ώμους και προλέγουν ότι τα σοβαρά, σημαντικά έργα δεν έχουν επιτυχία στο μεγάλο κοινό... Η μαζική δημοτικότητα δηλώνει αυτό που εννοούμε μαζική κουλτούρα, όχι τέχνη».

«Για να γίνει κανείς καλλιτέχνης δεν χρειάζεται απλώς κάτι, να αποκτήσει τις τεχνικές και τις μεθόδους του επαγγέλματος. Για να γράψεις καλά, όπως είπε κάποιος, πρέπει να ξεχάσεις τη γραμματική».

«Δεν υπάρχει πιο άσκοπο πράγμα από τη λέξη "έρευνα" όταν εφαρμόζεται σ' ένα έργο τέχνης. Κρύβει ανικανότητα, εσωτερικό κενό, έλλειψη αληθινής δημιουργικής συνείδησης, ταπεινή ματαιοδοξία».

«Η έννοια της πρωτοπορίας στην τέχνη δεν έχει νόημα. Καταλαβαίνω τη σημασία της στον αθλητισμό».

«Το έργο τέχνης κουβαλάει μέσα του μιαν ακέραιη αισθητική και φιλοσοφική ενότητα, είναι οργανισμός που ζει και αναπτύσσεται σύμφωνα με τους δικούς του νόμους».

«Ο ποιητής δεν χρησιμοποιεί περιγραφές του κόσμου – συμμετέχει στη δημιουργία του».

«Είναι φανερό ότι η τέχνη δεν μπορεί να διδάξει τίποτα, εφόσον επί τέσσερις χιλιάδες χρόνια η ανθρωπότητα δεν έμαθε απολύτως τίποτα».

«Η έμπνευση του καλλιτέχνη γεννιέται κάπου στις πιο βαθιές πτυχές του εγώ του· αποκλείεται να του την υπαγορεύσουν εξωτερικές, "επαγγελματικές" σκέψεις. Συνδέεται με τον ψυχισμό και τη συνείδησή του· πηγάζει από ολόκληρη την κοσμοθεωρία του».

«Ο καλλιτέχνης έχει καθήκον να είναι ήρεμος. Δεν έχει δικαίωμα να δείχνει τη συγκίνησή του, τη συμμετοχή του, να αδειάζει την ψυχή του στους θεατές. Κάθε συγκίνηση για κάτι πρέπει να αποκτήσει μορφή ολύμπιας αταραξίας. Μόνον έτσι θα μπορέσει να μιλήσει ο καλλιτέχνης για πράγματα που τον συγκινούν».

«Η γνήσια καλλιτεχνικη εικόνα βασίσεται πάντοτε σε έναν οργανικό σύνδεσμο μεταξύ ιδέας και φόρμας».

«Φυσικά η άποψή μου είναι υποκειμενική. Έτσι όμως πρέπει να γίνεται στην τέχνη».*


*Andrei Tarkovsky, Σμιλεύοντας τον Χρόνο, (μτφρ.) Σεραφείμ Βελέντζας, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1987.